Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παραποιώ

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

παραποιῶ, -έω, ΝΜΑ
κάνω κάτι όμοιο με κάτι άλλο για να εξαπατήσω κάποιον, κατασκευάζω κάτι κατ' απομίμηση για εξαπάτηση, νοθεύω, κιβδηλεύωπαραποιώ νόμισμα» — παραχαράσσω νόμισμα)
νεοελ. διαστρεβλώνω, αλλοιώνω («παραποίησε το νόημα του αποσπάσματος δημοσιεύοντάς το ελλιπές»)
μσν.-αρχ.
ιδιοποιούμαι κάτι μεταβάλλοντας το, απομιμούμαι («πολλὰ δὲ τῶν Ξάνθου παραπεποίηκεν ὁ Στησίχορος, ὥσπερ τὴν Ὀρέστειαν καλουμένην», Αθήν.)
αρχ.
1. τροποποιώ ελαφρώς («τὸ δὲ ἄλσος τὸ ἱερὸν τοῦ Διός, παραποιήσαντες τὸ ὄνομα, Ἄλτιν... καλοῦσι», Παυσ.)
2. κάνω παρωδία («τοιγαροῦν οὐ κακῶς τις παρεποίησε τῶν σαπρῶν τούτων ποιητῶν», Δίων Χρυσ.)
3. εισάγω ως επεισόδιο σε κάποιο ποίημα
4. (μέσ. με ενεργ. σημ.) παραποιοῦμαι, -έομαι
νοθεύω, κιβδηλεύω.