Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παραχάραξη

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

η / παραχάραξις, -άξεως, ΝΜΑ παραχαράσσω
1. η ψευδής χάραξη, η απομίμηση, ιδίως νομίσματος, για απάτη, η κατασκευή κίβδηλων νομισμάτων
2. συνεκδ. παραποίηση, διαστροφή, αλλοίωση («ἐπὶ παραχαράξει τῆς ἀληθείας», Ιω. Χρυσ.).