Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πείραμα

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

German (Pape)

[Seite 545] τό, Versuch, Versuchung.

Greek (Liddell-Scott)

πείρᾱμα: τό, πειρασμός, Ἐκκλ.

Greek Monolingual

το, ΝΜ πειρώμαι
νεοελλ.
1. η πρόκληση, αναπαραγωγή διαφόρων φυσικών, φυσιολογικών ή ψυχικών φαινομένων από τον άνθρωπο με σκοπό τη μελέτη και εξακρίβωση της φύσεως και των νόμων της εξελίξεώς τους και την ανεύρεση της αιτίας που τά προκαλεί
2. δοκιμαστική προσπάθεια με σκοπό την επίτευξη ενός σκοπού, απόπειρα
μσν.
1. έμπρακτη δοκιμή, πρακτική δοκιμασία, πειραματισμός
2. πειρασμός.