Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

περάω

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: περάω Medium diacritics: περάω Low diacritics: περάω Capitals: ΠΕΡΑΩ
Transliteration A: peráō Transliteration B: peraō Transliteration C: perao Beta Code: pera/w

English (LSJ)

(A), late Ep. part. A περόων IG12(8).441.3 (Thasos), Epigr.Gr. 1068.8 (Syria); Ep. inf. περάαν Od.5.174: Ion.impf. περάασκε ib.480: fut. περάσω [ᾱ], Ion. and Ep. περήσω Il.5.646; inf. περησέμεναι 12.200: aor. ἐπέρᾱσα, Ion. and Ep. ἐπέρησα, πέρησα Od.24.118 (ἐπέρασσα f.l. in 5.409, late opt. περάσειας [ᾰ] D.P.608); Aeol. ἐπέραισα Alc. Supp.7.8: pf. πεπέρᾱκα A.Pers.65 (lyr.), Eup.192 :—drive right through, λευκοὺς δ' ἐπέρησεν ὀδόντας Il.5.291. 2 more freq. pass right across or through a space, traverse, freq. of water, θάλασσαν, πόντον, Od.6.272, 24.118; λαῖτμα θαλάσσης 5.174; ὕδωρ Hes.Op. 738 ; Ἀχέροντα Alc.l. c.; ἅλα Pi.N.3.21 ; Τάναϊν Hdt.4.115 ; πόντου φλοῖσβον, [ποταμόν], A.Pr.792, 718; πέλαγος Αἰγαῖον S.Aj.461; also pass a barrier or boundary, πύλας Ἀΐδαο περήσει Il.5.646, cf. Thgn. 427; [τάφρος] ἀργαλέη περάαν hard to pass, Il.12.63, cf. 53,al.; τὰς φυλακὰς π. pass the guards, secretly or by force, Hdt.3.72; π. Τεύθραντος ἄστυ Μυσῶν A.Supp.549 (lyr.); γῆς ὁρίσματα E.Rh.437: metaph., κίνδυνον π. pass through a danger, A.Ch.270; π. πλοῦς accomplish them, X.Oec.21.3 (s.v.l.); π. ὅρκον, prob. go beyond, transgress the oath, A.Eu.489 (sed leg. πορόντας). 3 less freq. of Time, pass through, complete, τέλος δωδεκάμηνον περᾶσαι an office of twelve months' duration, Pi.N.11.10; τοῦ βίου τέρμα S.OT1530; τὴν τελευταίαν ἡμέραν E.Andr.102; οἱ τὴν ἡλικίαν πεπερακότες X.Lac. 4.7. II intr., penetrate, pierce, of a pointed weapon, Il.21.594; of violent rain, οὔτ' ὄμβρος περάασκε διαμπερές Od.5.480, cf. 19.442; διὰ κροτάφοιο through the temples, Il.4.502; ὀστέον εἴσω into the bone, ib.460; extend, reach to a place, οὐδαμοῖ π. X.Cyn.8.5. 2 pass, δι' Ὠκεανοῖο Od.10.508; διὰ (or διὲκ) προθύροιο h.Merc.271, 158; ὡς ὁπότ' ὠκὺ νόημα διὰ στέρνοιο περήσῃ ib.43 ; ἐπὶ πόντον, ἐφ' ὑγρήν, Il.2.613, Od.4.709; διὰ πόρον across the strait, A.Pers.501; διὰ Κυανέας ἀκτάς through the Symplegades, E.Andr.864 (lyr.); διὰ ῥοάς Id.Rh.919; ἐπ' οἶδμα Id.IT417 (lyr.); ὑπ' οἴδμασιν S.Ant.337 (lyr.); μή σε λάθῃ… ταύτῃ περῶν Ar.Av.1195. 3 pass to or from a place, εἰς Ἀΐδαο Thgn.906; ποτὶ Φᾶσιν Pi.I.2.41; εἰς χώραν A.Pers. 65 (lyr.); ἐξ ἐνέρων Id.Pr.572 (lyr.); ἐκ δόμων, ἔξω δωμάτων, S.Ant. 386, OT531; γῆς ἔξω E.Med.272; δόμων ἔσω Id.Or.1572; ποῖ περῶ; Id.Ph.981 : c. acc. loci, π. Δελφούς ib.980; μέλαθρα, δόμους, ib.299 (lyr.), Hipp.782. 4 rarely of Time, διὰ γήρως π. X.Mem.2.1.31; εὐδαίμων π. live happy, Orac. ap. X.Cyr.7.2.20. 5 pass all bounds, S.OC155 (lyr.): c. gen., θυμοῦ π. in wrath, Id.OT674. 6 with instrument of motion in acc., π. πόδα E.Hec.53.
περάω (B), A v. πέρνημι. περβέβαται, v. περιβαίνω III.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 563] fut. περασω, ion. u. ep. περήσω (πέρα), 1) von einem Ende zum andern durchdringen, durchbohren, durchstoßen; ὀδόντας, Il. 5, 291; bes. einen Raum von einem Ende zum andern durchschneiden, durchreisen, durchfahren, πόντον, Od. 24, 118, θάλασσαν, 6, 272. 9, 129, λαῖτμα θαλάσσης, 5, 174. 409; ὕδωρ, Hes. O. 740; auch πύλας Ἀΐδαο, Il. 5, 646. 23, 71; Theogn. 427; τάφρος ἀργαλέη περάαν. ein schwer zu durchschreitender Graben, Il. 12, 53. 63. 200, vgl. 16, 367. 21, 283; ἅλα περᾶν, Pind. N. 3, 20, wie πόντον περάσαις P. 3, 76; auch τέλος δωδεκάμηνον περάσαι, N. 11, 10, das 12monatliche Amt durchführen; ὃν μὴ περάσῃς, οὐ γὰρ εὔβατος περᾷν, er ist nicht leicht zu überschreiten, Aesch. Prom. 720; ὅταν περάσῃς ῥεῖθρον, 792, öfter; auch übertr., ὅρκον, übertreten, verletzen, Aesch. Eum. 467; κίνδυνον, die Gefahr bestehen, ertragen, Ch. 268; πότερα πρὸς οἴκους πέλαγος Αἴγαιον περῶ; Soph. Ai. 456; πρὶν ἂν τέρμα τοῦ βίου περάσῃ, O. R. 1530, vom Sterben gesagt; γῆς περῶν ὁρίσματα, Eur. Rhes. 437, u. öfter in diesem Stück; φυλακάς, Her. 3, 72. – Selbst von der Zeit, οἱ τὴν ἡλικίαν πεπερακότες, Xen. Lac. 4, 7. – Opp. Cyn. 2, 621 braucht auch das med. περόωντο. – 2) intrans., von einem Ende zum andern hindurchdringen, eindringen; χαλκὸς δ' οὐκ ἐπέρησε, Il. 21, 594; οὔτ' ὄμ βρος περάασκε, Od. 5, 480. 19, 442; διὰ κροτάφοιο, Il. 4, 502; ὀστέον εἴσω, in den Knochen hinein, 4, 460. 6, 110; über einen Raum hin, hindurch gehen, fahren, reisen, δι' Ὠκεανοῖο, Od. 10, 508. 11, 158; διὰ προθύροιο, H. h. Merc. 271; διὲκ προθ., 158; ἐπὶ πόντον, ἐφ' ὑγρήν, über das Meer hinfahren, Il. 2, 613 Od. 4, 709; übertr., νόημα διὰ στέρνοιο, der Gedanke geht durch die Brust, H. h. Merc. 43; εἰς Ἀΐδαο, in Hades Wohnung eingehen, Theogn. 902; ἐπέρα ποτὶ Φᾶσιν, Pind. I. 2, 41; περᾷ κρυσταλλοπῆγα διὰ πόρον, Aesch. Pers. 493; ὃς ἤδη δωμάτων ἔξω περᾷ, Soph. O. C. 531, vgl. Ant. 382; auch c. gen., ὅταν θυμοῦ περάσῃς, = εἰς πέρας ἔλθῃς, O. R. 674; εἰς ὀμμάτων ὄψιν περᾷν, Eur. Or. 512; ποῖ περῶ, Phoen. 988; γῆς ἔξω περᾷν φυγάδα, Med. 272, öfter; ἐπιπόνως διὰ γήρως περῶντες, Xen. Mem. 2, 1, 31, wie Orak. bei Xen. Cyr. 7, 2, 20, εὐδαίμων, Κροῖσε, περάσεις, du wirst dein Leben glücklich hinbringen. – 3) ursprünlich eins mit dem Vorigen, aber fut. περάσω, att. περῶ, ep. περάσσω, perf. pass. πεπέρημαι, über das Meer bringen zum Verkauf, verkaufen, bei Hom. nur vom Sklavenhandel, τινά, Il. 21, 102 Od. 14, 297, ll. h. Cer. 132; τινὰ Λῆμνον ἐπέρασσεν. Einen nach Lemnos hin verkaufen, Il. 21, 40, 387. 428; κατ' ἀλλοθρόους ἀνθρώπους, 15, 453; περάαν (fut.) ἐπὶ νήσων, Il. 21, 454; πεπερημένος, 21, 58. Vgl. πιπράσκω.

Greek (Liddell-Scott)

περάω: (Α), μεταγεν. Ἐπικ. μετοχ. περόων Ἑλλ. Ἐπιγράμ. 208. 3., 1068. 8· Ἰων. παρατ. περάασκε. Ὅμ.· μέλλ. περάσω [ᾱ], Ἰων. καὶ Ἐπικ. περήσω· ἀόρ. ἐπέρᾱσα, Ἰων. καὶ Ἐπικ. ἐπέρησα· πρκμ. πεπέρᾱκα Αἰσχύλ. Πέρσ. 65· - Ὁ Ὅμ. μεταχειρίζεται ἐνεστ., παρατ., μέλλ. καὶ ἀόρ.· μετ’ ἐνεστ. ἀπαρ. περάαν [ρᾰ], (ἀλλ’ ὁ Κόντος ἐν Ἀθηνᾶς τ. Α΄, σελ. 414 ἀποφαίνεται ὅτι τὸ περάαν εἶναι χρόνου μέλλοντος καὶ οὐχὶ ἐνεστῶτος), μέλλ. ἀπαρεμφ. περησέμεναι. (Ἐκ τῆς √ΠΕΡ παράγνται καὶ αἱ λέξεις πέρα, πέραν, πόρος, πορεύω, πορίζω, ἔμπόρος, πεῖρα, πειράω, πεῖραρ· πρβλ. Σανσκρ. par-as (ultra, κτλ.)· par, pi-par-mi (transveho)· Λατ. por-ta, por-tus, por-tare, ex-per-ior, per-itus, per-itus, per-iculum· Γοτθ. far-an, far-ian, (διαβαίνω, ἀγγλ. to fare, forth, to ferry, πρβλ. thorough-fare = ὁδός)· Ἀρχ. Γερμ. ar-far-u (er-farh-en)· -πορθμός, πορθ-μεύς, πορθμεύω, παριστάνουσιν ἐπιτεταμένον τύπον τῆς ῥίζης, πρβλ. Ἀρχ. Σκανδ. fjördr, Ἀγγλο-Σαξον. ford, Σκωτ. firth, Ἀρχ. Γερμ. fuert.) Διαπερῶ, διέρχομαι, ἐπὶ βέλους, ὡς τὸ πείρω, λευκοὺς δ’ ἐπέρησαν ὀδόντας Ἰλ. Ε. 291· - ἀλλά. 2) συνήθως ὡς τὸ πείρω ΙΙ. περῶ εἰς τὸ ἀπέναντι μέρος, περῶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον θάλασσαν, καὶ νῆες ἐῗσαι, ᾖσιν ἀγαλλόμενοι πολιὴν περόωσι θάλασσαν Ὀδ. Ζ. 272· πάντα περήσαμεν εὐρέα πόντον Ω. 118· περάαβ μέγα λαῖτμα θαλάσσης Ε. 174· ὕδωρ Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 736· ἅλα Πινδ. Ν. 3. 36· Τάναϊν Ἡρόδ. 4. 115· πόντου φλοῖσβον, ποταμὸν Αἰσχύλ. Πρ. 792, 718· πέλαγος Αἰγαῖον Σοφ. Αἴ 461· -ἀλλὰ καὶ ἐπὶ παντὸς ἄλλου μέρους, πύλας Ἀΐδαο πέρησεν Ἰλ. Ε. 646· χαράδρην Θέγν. 427· τάφρος ἀργαλέη περάαν, δύσκολος εἰς διάβασιν, δυσβιάβατος Ἰλ. Μ. 63, πρβλ. 53. 200, 218, Π. 367, Φ. 283· τὰς φυλακὰς π., διέρχομαι αὐτὰς κρυφίως ἢ διὰ τῆς βίας, Ἡρόδ. 3. 72· ἄστυ Μυσῶν Λύδιά τε γύαλα Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 549· γῆς ὁρίσματα Εὐρ. Ρῆσ. 437· -μεταφορ., κίνδυνον π., διέρχομαι, δηλ. κατισχύω τινός, μάλιστα κινδύνου, Αἰσχύλ. Χο. 270· - π. πλοῦν, ἐκτελῶ αὐτόν, Ξεν. Οἰκ. 21. 3· οὕτω, π. ὅρκον, πιθ., διέρχομαι τὰς λέξεις ὅρκου, Λατ. jusjurandum peragere, Αἰσχύλ. Εὐμ. 489· πρβλ. περαίνω Ι. 2. 3) σπανίως ἐπὶ χρόνου, διέρχομαι, συμπληρῶ, τέλος δωδεκάμηνον περάσαις Πινδ. Ν. 11. 11· τοῦ βίου τέρμα Σοφ. Ο. Τ. ἐν τέλ.· τὴν τελευταίαν ἡμέραν Εὐρ. Ἀνδρ. 102· οἱ τὴν ἡλικίαν πεπερακότες Ξεν. Λακ. 4. 7. 4) κάμνω τι νὰ διέλθῃ διὰ μέσου, καί τε μάλ’ ἱμείροντι, περῆν ἱερῆς κατὰ δειρῆς, νὰ περάσωσι διὰ τοῦ λαιμοῦ αὐτοῦ, δηλ. νὰ φάγῃ αὐτὰ (τὰ κρέατα), Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἑρμ. 133. ΙΙ. ἀμεταβ., διαπερῶ, ἐπὶ αἰχμηροῦ ὅπλου, οὐδ’ ἐπέρησε (ὁ ἄκων) Ἰλ. Φ. 594· ἡ δ’ ἑτέροιο διὰ κροτάφοιο πέρησεν αἰχμὴ χαλκείη, διὰ μέσου τοῦ κροτάφου, Ἰλ. Δ. 502· ὀστέον εἴσω, μέσα εἰς τὸ κόκκαλον, αὐτόθι 460· ἐπὶ ῥαγδαίας βροχῆς· οὔτ’ ὄμβρος περάασκε διαμπερὲς Ὀδ. Α. 480, πρβλ. Τ. 442· ἐκτείνομαι, φθάνω μέχρι τινὸς, τὰ γὰρ ἴχνη ἀπὸ τῶν τοιούτων οὐδαμῶς περάσει Ξεν. Κυν. 8, 5. 2) περῶ, κοινῶς «περνῶ», ἂν δὴ νηΐ δι’ Ὠκεανοῖο περήσῃς ἔνθ’ ἀκτή τε λάχεια Ὀδ. Κ. 508· διὰ (ἢ δι’ ἐκ) προθύροιο Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἑρμ. 271. 158· περᾷ νόημα διὰ στέρνοιο, ἡ σκέψις διέρχεται διὰ τοῦ στήθους, αὐτόθι 43· δῶκεν ... νῆας ... περάαν ἐπὶ οἴνοπα πόντον Ἰλ. Β. 613· π. πουλὺν ἐφ’ ὑγρὴν Ὀδ. Δ. 709· διὰ πόρον, διὰ μέσου τοῦ πορθμοῦ, Αἰσχύλ. Πέρσ. 501· διὰ Κυανέας ἀκτάς, διὰ μέσου τῶν Συμπληγάδων, Εὐριπ. Ἀνδρ. 864· διὰ ῥοὰς ὁ αὐτ. ἐν Ρήσ. 919· ἐπ’ οἶδμα ὁ αὐτ. ἐν Ι. Τ. 417· ὑπ’ οἴδμασιν Σοφοκλ. Ἀντ. 337· μή σε λάθῃ ... τοιαύτῃ περῶν Ἀριστοφ. Ὄρν. 1195. 3) περῶ εἴς τινα τόπον ἢ ἔκ τινος τόπου, εἰς Ἀΐδαο Θέογν. 902· ποτὶ Φᾶσιν Πινδ. Ι. 2. 61· εἰς χώραν Αἰσχύλ. Πέρσ. 65· ἐξ ἐνέρων ὁ αὐτ. ἐν Πρ. 573· ἐκ δόμων, ἔξω δωμάτων Σοφ. Ἀντ. 386, Ο. Τ. 531· γῆς ἔξω Εὐρ. Μήδ. 272· δόμων ἔσω ὁ αὐτ. ἐν Ὀρ. 1572· ποῖ περῶ; ὁ αὐτ. ἐν Φοιν. 982· - μετ’ αἰτ. τόπου, π. Δελφοὺς αὐτόθι 980· μέλαθρα, δόμους αὐτόθι 299, Ἱππ. 782. 4) σπανίως ἐπὶ χρόνου, διὰ γήρως π. Ξεν. Ἀπομν. 2. 1, 31· εὐδαίμων π., ζῶ εὐτυχής, Χρησμ. παρὰ Ξεν. Κύρ. 7. 2, 20. 5) ὑπερβαίνω τὸ ὅριον, προχωρῶ ὑπὲρ τὸ δέον, περᾷς γάρ, περᾷς Σοφ. Ο. Κ. 155. 6) μετὰ τοῦ ὀργάνου τῆς κινήσεως κατ’ αἰτ., περᾷ γὰρ ἥδ’ ὑπὸ σκηνῆς πόδα, «περᾷ δὲ ὑπὸ τὴν σκηνὴν τοῦ Ἀγαμέμνονος ἵν’ αὐτόθι τῇ Κσσάνδρᾳ ἐντύχῃ» (Σχόλ.), Εὐρ. Ἑκ. 53, Pors. εἰς Εὐρ. Ὀρ. 1427· πρβλ. βαίνω Α. ΙΙ. 4. 7) σπανίως μετὰ γεν., ὅταν θυμοῦ περάσῃς, «ὅταν ἐπὶ πέρας ἔλθῃς τῆς ὀργῆς» (Σχολ.), δηλ. ὅταν περάσῃ ὁ θυμός σου, Σοφ. Ο. Τ. 670.

French (Bailly abrégé)

1-ῶ :
f. περάσω, ao. ἐπέρασα, pf. πεπέρακα;
I. intr. 1 passer à travers, traverser, avec une prép. : δι’ Ὠκεανοῖο OD traverser l’Océan ; διὰ πόρον ESCHL traverser un passage ; διὰ κροτάφοιο IL pénétrer à travers la tempe ; ὀστέον εἴσω IL en dedans de l’os;
2 p. ext. aller, s’avancer, avec εἰς ou ἐπί et l’acc. ; avec un acc. περᾶν δόμους EUR aller dans une maison ; fig. avec un gén. θυμοῦ SOPH litt. aller au delà du terme de la colère, càd se calmer dans sa colère;
II. tr. 1 traverser : θάλασσαν ou πόντον la mer ; fig. βίον XÉN mourir, propr. mener la vie jusqu’au terme;
2 franchir, dépasser : τάφρους XÉN franchir des fossés ; fig. περᾶν τὴν ἡβητικὴν ἡλικίαν XÉN dépasser l’âge de la jeunesse ; τέρμα τοῦ βίου SOPH franchir le terme de la vie, mourir ; p. anal. ὅρκον ESCHL violer (propr. transgresser) un serment ; abs. aller trop loin ; s’étendre plus loin.
Étymologie: R. Περ, traverser ; cf. πέρα, πόρος, lat. porta, portus.
2-ῶ :
f. περάσω, ao. ἐπερασα, pf. inus.
transporter pour vendre ; vendre en parl. du commerce des hommes ou des esclaves : τινα, vendre qqn ; τινα Λῆμνον IL ou τινα ἐς Λῆμνον IL ou τινα ἐπὶ νήσων IL vendre qqn pour aller à Lemnos, dans des îles ; τινα κατ’ ἀλλοθρόους ἀνθρώπους OD aller vendre qqn parmi des hommes au langage étranger.
Étymologie: R. Περ ; cf. πέρνημι ; par métath. R. Πρᾱ, v. πιπράσκω ; ou Πρι, v. πρίαμαι ; cf. lat. praes, interpres, pretium.
3-ῶ :
fut. att. c. περάσω, f. de περάω².

English (Autenrieth)

(1) (πέρας, ‘end’), 3 pl. περόωσι, inf. περάᾶν, part. περῶντα, ipf. πέραον, iter. περάασκε, fut. inf. περησέμεναι, aor. ἐπέρησα, πέρησε, inf. περῆσαι: go from one end to the other, pass through, penetrate, traverse; τὶ, διά τινος, also ἐπὶ πόντον, etc., Il. 2.613, Od. 4.709.
(2) (πέρην, πιπράσκω), inf. περάᾶν, aor. ἐπέρασσα, πέρασαν, pass. perf. πεπερημένος: export for sale, sell; ἐς Λῆμνον, κατ' ἀλλοθρόους ἀνθρώπους, Φ , Od. 15.453.

English (Slater)

περάω (περᾶν: impf. ἐπέρα: aor. περάσαις; -ᾶσαι.)
   a cross ἐξικόμαν κε βαθὺν πόντον περάσαις (P. 3.76) οὐκέτι πρόσω ἀβάταν ἅλα κιόνων ὕπερ Ἡρακλέος περᾶν εὐμαρές (N. 3.21) ἀλλ' ἐπέρα ποτὶ μὲν Φᾶσιν θερείαις, ἐν δὲ χειμῶνι πλέων Νείλου πρὸς ἀκτάν (sc. λτ;γτ;ενοκράτης: i. e. his hospitality knew no bounds or seasons) (I. 2.41)
   b met., complete ἀλλὰ σὺν δόξᾳ τέλος δωδεκάμηνον περᾶσαί νιν ἀτρώτῳ κραδίᾳ (Dissen: περάσαι σὺν codd.) (N. 11.10)

Greek Monotonic

περάω: (Α), Επικ. απαρ. περάαν· Ιων. γʹ ενικ. προστ. περάασκε· μέλ. περάσω [ᾱ], Ιων. περήσω· αόρ. αʹ ἐπέρᾱσα, Ιων. ἐπέρησα, παρακ. πεπέρᾱκα· (πέρα)·
I. 1. διαπερνώ, λευκοὺς ἐπέρησεν ὀδόντας, σε Ομήρ. Ιλ.
2. συνήθως, περνώ απέναντι ή από πλευρά σε πλευρά, προσπερνώ, περνώ, διασχίζω, διέρχομαι, περᾶν θάλασσαν, πόντον, σε Ομήρ. Οδ.· πύλας πέρησεν, πέρασε ανάμεσα από τις πύλες, σε Ομήρ. Ιλ.· τάφρος ἀργαλέη περάαν, δύσκολη να τη διαβείς, στο ίδ.· τὰς φυλακὰς περάω, περνώ τις πύλες, σε Ηρόδ.· μεταφ., κίνδυνον περάω, περνώ μέσα από, δηλ. υπερνικώ τον κίνδυνο, σε Αισχύλ.· περάω ὅρκον, πιθ. διέρχομαι τις λέξεις του όρκου, δίνω όρκο, Λατ. jusjurandum peragere, στον ίδ.
3. σπανίως λέγεται για χρόνο, διέρχομαι, συμπληρώνω, τοῦ βίου τέρμα, σε Σοφ.· τὴν τελευταίαν ἡμέραν, σε Ευρ.
II. 1. αμτβ., διαπερνώ ή τρυπώ, με όπλο, σε Ομήρ. Ιλ.· λέγεται για τη βροχή, σε Ομήρ. Οδ.· ρίχνομαι σ' ένα μέρος, σε Ξεν.
2. περνώ διαμέσου, διαρκώ, εξελίσσομαι, περνώ, δι' Ὠκεανοῖο, σε Ομήρ. Οδ.· ἐπὶ πόντον, σε Ομήρ. Ιλ.· διὰ Κυανέας ἀκτάς, μέσω των Συμπληγάδων, σε Ευρ.
3. περνώ σε ή από κάποιο τόπο, εἰς Ἀΐδαο, σε Θέογν.· ἔξω δωμάτων, σε Σοφ.· με αιτ. τόπου, περάω Δελφούς, σε Ευρ.
4. σπανίως λέγεται για χρόνο, διὰ γήρως περάω, σε Ξεεν.· εὐδαίμων περάω, ζω ευτυχισμένος, σε Χρησμ. παρά Ξεν.
5. υπερβαίνω όλα τα όρια, προχωρώ εξαιρετικά μακριά, σε Σοφ.· ομοίως, περάω ὀργῆς, ξεπερνώ όλα τα όρια θυμού (ή παύω από τον θυμό), στον ίδ.
6. με όργανο κίνησης σε αιτ., περάωπόδα, ἴχνος, σε Ευρ.
περάω: (Β), μέλ. περάσω [ᾰ], Αττ. περῶ· αόρ. αʹ ἐπέρᾰσα, Επικ. πέρασσα, ἐπέρασσα· Παθ. παρακ. πεπέρημαι· (πέρα)· μεταφέρω πέρα από τη θάλασσα για να πουλήσω, εξάγω προς πώληση· έπειτα όπως το πέρνημι, πουλώ ανθρώπους ως σκλάβους, σε Όμηρ.· περάωτινὰ Λῆμνον, πουλώ κάποιον στη Λήμνο, σε Ομήρ. Ιλ.· ή με πρόθ. περάω τινὰ ἐς Λῆμνον, στο ίδ.· περάω τινὰ πρὸς δώματά τινος, σε Ομήρ. Οδ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

περάω [πέρα] ep. inf. praes. περάαν, iter. imperf. περάασκε; ep. en Ion. aor. ἐπέρησα en πέρησα, Aeol. 3 sing. ἐπέραισε; Ion. fut. περήσω,\n ep. inf. περησέμεναι; let op: sommige vormen in epos vallen samen met die van\n πέρνημι; oversteken over een oppervlak (land of water) oversteken (over), over... heen gaan:; περόωσι θάλασσαν zij steken de zee over Od. 6.272; διννάεντ ’ Ἀχέροντ ’ ἐπέραισεν hij is de kolkende Acheron overgestoken Alc. 38a.8; met ἐπί + acc.:; ἐπὶ πόντον oversteken over de zee Il. 2.613; de overzijde bereiken: met διά + gen.:; ὁπότ ’ ἂν δὴ νηὶ δι ’ Ὠκεανοῖο περήσῃς wanneer je dan met je schip dwars door Okeanos de overzijde bereikt hebt Od. 10.508; zelden met διά + acc.:; π. διὰ πόρον oversteken over de stroom Aeschl. Pers. 501; met εἰς + acc.: πεπέρακεν μὲν ὁ περσέπτολις... στρατὸς εἰς ἀντίπορον γείτονα χώραν het stedenverdelgende leger is overgestoken naar het naburige land aan de overkant (van de Hellespont) Aeschl. Pers. 65. door een ruimte door... gaan:; περᾷ δὲ Τεύθραντος ἄστυ hij gaat door de stad van Teuthras Aeschl. Suppl. 549; overdr. van de levensreis; διὰ γήρως π. reizen door zijn oude dag Xen. Mem. 2.1.31; abs.: σαυτὸν γιγνώσκων εὐδαίμων... περάσεις met zelfkennis zul je het leven gelukkig doorkomen Xen. Cyr. 7.2.20. langs of door een grenspunt of over een drempel passeren, voorbijgaan:; πρὶν ἂν τέρμα τοῦ βίου περάσῃ totdat hij het eindpunt van zijn leven is gepasseerd Soph. OT 1530; spec. van binnen naar buiten of anders om:; σε... ὀίομαι... πύλας Ἀίδαο περήσειν ik denk dat jij de poort van Hades zult passeren Il. 5.646; komen, gaan:; περᾶν δόμους het paleis binnengaan Eur. Hipp. 782; δόμων ἔσω περᾶν het huis binnengaan Eur. Or. 1572; ἐκ δόμων... περᾷ hij komt het paleis uit Soph. Ant. 386; περᾷ γὰρ ἥδ ’ ὑπὸ σκηνῆς πόδα zij komt tevoorschijn uit de tent Eur. Hec. 53; in het lichaam:; λευκοὺς δ ’ ἐπέρησεν ὀδόντας (de speer) ging dwars door zijn witte tanden (naar binnen) Il. 5.291; ἑτέροιο διὰ κροτάφοιο πέρησεν (de speer) drong dwars door zijn andere slaap heen (naar buiten) Il. 4.502; πέρησε δ ’ ἄρ ’ ὀστέον εἴσω (de speerpunt) drong het bot binnen Il. 4.460; οὐτ ’ ὄμβρος περάασκε διάμπερες de regen kon er niet doorheen dringen Od. 5.480; uitbr. doorkomen:; τόνδε κίνδυνον περᾶν dit gevaar doorkomen Aeschl. Ch. 270; overdr. overtreden:; ὅρκον περῶντας de eed schendend Aeschl. Eum. 489; abs. te ver gaan:; περᾷς je gaat te ver Soph. OC 155; met gen.: ὅταν θυμοῦ περάσῃς wanneer jij te ver gaat in je woede Soph. OT 674.

Russian (Dvoretsky)

περάω: (fut. περάσω с ᾰ; aor. ἐπέρᾰσα, ἐπέρασσα и πέρᾰσα; inf. fut. περάᾱν с ρᾰ; part. pf. pass. πεπερημένος) продавать в рабство (τινα Λῆμνον и ἐς Λῆμνον, πρὸς δώματα, ἐπὶ νήσων, κατ᾽ ἀλλοθρόους ἀνθρώπους Hom.).
I (fut. περάσω с ᾱ - эп. περήσω, aor. ἐπέρᾱσα - эп. ἐπέρησα и πέρησα, pf. πεπέρᾱκα)
1) переезжать, переплывать, проплывать, направляться (δι᾽ Ὠκεανοῖο, θάλασσαν Hom.; διὰ πόρον Aesch.; ὕδωρ Hes.; πέλαγος Αἰγαῖον Soph.);
2) переходить, проходить, проникать, входить (διὰ στέρνοιο HH; διὰ Κυανέας ἀκτάς, πόλεις, δόμους, Δελφούς Eur.; ποτὶ Φᾶσιν Pind.): π. ὀστέον εἴσω Hom. вонзиться в кость; π. ὀδόντας Hom. пробивать зубы; κίνδυνον π. Aesch. пройти сквозь опасность; φύλακας π. Her. (незаметно) миновать стражу; π. ἄστυ Aesch. пройти (через) город; τάφρος ἀργαλέη περάαν Hom. труднопроходимый ров; π. πλοῦν Xen. совершать морское путешествие; ἐπιπόνως διὰ γήρως π. Xen. проводить старость в тяжелом труде; εὐδαίμων π. Xen. (про)жить счастливо;
3) выходить, переступать (δωμάτων ἔξω Soph.; τὴν ἡβητικὴν ἡλικίαν Xen.): π. τέρμα τοῦ βίου Soph. переступить пределы жизни, т. е. умереть; π. θυμοῦ Soph. перестать сердиться; ὑπὸ σκηνῆς πόδα π. Soph. выходить из шатра;
4) пропускать: π. κατὰ δειρῆς HH пропускать сквозь горло, т. е. глотать, есть;
5) преступать, нарушать (ὅρκων μηδέν Aesch.);
6) переступать дозволенные пределы, заходить слишком далеко: περᾷς γάρ, περᾷς Soph. ты заходишь слишком далеко, т. е. не знаешь меры.

Middle Liddell

1 πέρα
I. to drive right through, λευκοὺς ἐπέρησεν ὀδόντας Il.
2. commonly, to pass across or through a space, to pass over, pass, cross, traverse, περᾶν θάλασσαν, πόντον Od.; πύλας πέρησεν passed through the gates, Il.; τάφρος ἀργαλέη περάαν hard to pass, Il.; τὰς φυλακὰς π. to pass the guards, Hdt.:—metaph., κίνδυνον π. to pass through, i. e. overcome, a danger, Aesch.; π. ὅρκον, prob. to go through the words of the oath, Lat. jusjurandum peragere, Aesch.
3. rarely of Time, to pass through, complete, τοῦ βίου τέρμα Soph.; τὴν τελευταίαν ἡμέραν Eur.
II. intr. to penetrate or pierce right through, of a weapon, Il.; of rain, Od.: to extend to a place, Xen.
2. to pass across, to pass, δι' )Ωκεανοῖο Od.; ἐπὶ πόντον Il.; διὰ Κυανέας ἀκτάς through the Symplegades, Eur.
3. to pass to or from a place, εἰς Ἀΐδαο Theogn.; ἔξω δωμάτων Soph.:—c. acc. loci, π. Δελφούς Eur.
4. rarely of Time, διὰ γήρως π. Xen.; εὐδαίμων π. to live happy, Orac. ap. Xen.
5. to pass all bounds, to go too far, Soph.; so, π. ὀργῆς to pass all bounds in anger (or to cease from anger), Soph.
6. with instrument of motion in acc., π. πόδα, ἴχνος Eur.
2 πέρα
to carry beyond seas for the purpose of selling, to export for sale; then like πέρνημι, to sell men as slaves, Hom.; π. τινα Λῆμνον to sell one to Lemnos, Il.; or with a prep., π. τινὰ ἐς Λῆμνον Il.; π. τινὰ πρὸς δώματά τινος Od.