Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

περιφρόνηση

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

η / περιφρόνησις, -ήσεως, ΝΜΑ περιφρονώ
1. καταφρόνηση, προσβλητική έλλειψη σεβασμού ή εκτίμησης για κάποιον ή για κάτι
2. υποτίμηση, αμέλεια («η περιφρόνηση του κινδύνου είναι επικίνδυνη»).