Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πετσί

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

το / πετζίν, ΝΜ
1. δέρμα ανθρώπου ή ζώου, επιδερμίδα
2. κατεργασμένο δέρμα ζώου
νεοελλ.
φρ. α) «είναι πετσί και κόκαλο» — είναι πάρα πολύ αδύνατος
β) «τά γνωρίσαμε στο πετσί μας» — έχουμε προσωπική, επώδυνη πείρα
γ. «σηκώθηκε το πετσί μου» — ένιωσα μεγάλο φόβο ή έκπληξη
δ) «του τίναξαν το πετσί» — τον έδειραν αλύπητα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Κατά μία άποψη, η λ. είναι υποκορ. του ιταλ. pezzo, ενώ κατ' άλλη άποψη προέρχεται από τ. πεσκ-ίον, υποκορ. του πέσκος «φλούδα»].