Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πλειοψηφία

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: πλειοψηφία Medium diacritics: πλειοψηφία Low diacritics: πλειοψηφία Capitals: ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ
Transliteration A: pleiopsēphía Transliteration B: pleiopsēphia Transliteration C: pleiopsifia Beta Code: pleioyhfi/a

English (LSJ)

v. πλειονοψηφία.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek Monolingual

και πλειονοψηφία, η, ΝΑ
ο μεγαλύτερος αριθμός ψήφων, η πλειονότητα τών ψήφων ή τών ψηφοφόρων σε μία διαδικασία ψηφοφορίας
νεοελλ.
1. φρ. α) «απόλυτη πλειοψηφία»
(δημ. δίκ.) η συμφωνία της βουλήσεως ως προς το συζητηθέν θέμα του ημίσεως συν ενός τών παρόντων μελών, λ.χ. επί πέντε τών τριών, ή του ημίσεως συν ενός σε σχέση με τα καταστατικώς προβλεπόμενα μέλη του, δηλ. τον νόμιμο αριθμό μελών, όταν βέβαια το τελευταίο προκύπτει από τον νόμο
β) «σχετική πλειοψηφία»
(δημ. δίκ.) (ανάλογα με τη σημασία του συζητούμενου θέματος) η συγκέντρωση απλώς του μεγαλύτερου αριθμού ψήφων σε σύγκριση με τις σχηματισθείσες άλλες ομάδες ψήφων
γ) «αυξημένη πλειοψηφία»
(δημ. δίκ.) μεγαλύτερη σχετική πλειοψηφία
δ) «έχω την πλειοψηφία» — έχω με το μέρος μου τους περισσότερους από όσους ψήφισαν
αρχ.
η επικρατούσα αστρολογική επίδραση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πλείων, -ονος + -ψηφία (< -ψηφος < ψῆφος), πρβλ. ισο-ψηφία. Ο τ. πλειοψηφία < ουδ. πλεῖον (πρβλ. πλειοδοσία). Ο νεοελλ. τ. πλειοψηφία μαρτυρείται από το 1833 στους Ελληνικούς Κώδικες].