Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πληρότητα

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν → Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η / πληρότης, -ητος, ΝΜΑ πλήρης
1. η ιδιότητα του πλήρους, το να είναι κάτι γεμάτο
2. τελειότητα, αρτιότητα
νεοελλ.
1. (φιλοσ.) η κατάσταση του ατόμου στην οποία οι δυνατότητες της ζωής που υπάρχουν σ' αυτό έχουν την πλήρη και ελεύθερη εκδήλωσή τους
2. μαθημ. η ιδιότητα ενός μετρικού χώρου (Ε, d) κατά την οποία κάθε ακολουθία Κωσύ συγκλίνει σε ένα στοιχείο του Ε.