Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πορθμεύς

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: πορθμεύς Medium diacritics: πορθμεύς Low diacritics: πορθμεύς Capitals: ΠΟΡΘΜΕΥΣ
Transliteration A: porthmeús Transliteration B: porthmeus Transliteration C: porthmeys Beta Code: porqmeu/s

English (LSJ)

έως, Ion. ῆος, ὁ, A ferryman, Od.20.187, Aeschin.3.158, SIG633.104(Milet., ii B.C.), BGU1188.11 (i B.C.), etc.; π. νεκύων, of Charon, E.Alc.253 (lyr.), cf. Call.Fr.440. 2 generally, boatman, seaman, esp. as one of the crew of a passenger-ship, Hdt. 1.24, Ar.Ec.1086, Theoc.1.57. 3 metaph., conveyer, 'purveyor', τῶν καθ' ἡμέραν λεγομένων Lib.Or.18.15.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 683] ὁ, der die Reisenden über ein Wasser Fahrende, der Fährmann; Od. 20, 187; νεκύων, Eur. Alc. 254; Ar. Eccl. 1086; Her. 1, 24; übh. der Schiffer, Seefahrer, Theocr. 1, 57 u. a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

πορθμεύς: έως, Ἰων. ῆος, ὁ, ὁ διαπορθμεύων, ὁ διὰ πορθμοῦ, δηλ. στενοῦ πόρου θαλάσσης ἢ ποταμοῦ διαπορθμεύων ἀνθρώπους ἢ ψυχὰς εἰς τὸ ἀπέναντι μέρος, Λατ. portitor, Ὀδ. Υ. 187, Αἰσχίν. 76. 10, κτλ.· π. νεκύων, ἐπὶ τοῦ Χάρωνος, Εὐρ. Ἄλκ. 252. 2) καθόλου, λεμβοῦχος, ναύτης, εἷς τοῦ πληρώματος πλοίου μεταγωγικοῦ ἀνθρώπων, Ἡρόδ. 1. 24, Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 1086, Θεόκρ. 1. 57.

French (Bailly abrégé)

έως (ὁ) :
nocher qui fait passer l’eau.
Étymologie: πορθμός.

English (Autenrieth)

ῆος (πόρος): ferryman, pl., Od. 20.187†.

Greek Monolingual

-έως, ΜΑ, ιων. γεν. -ῆος, ὁ Α
βλ. πορθμέας.

Greek Monotonic

πορθμεύς: -έως, Ιων. -ῆος, ὁ,
1. πορθμέας, Λατ. portitor, σε Ομήρ. Οδ. κ.λπ.· πορθμεὺς νεκύων, λέγεται για τον Χάροντα, σε Ευρ.
2. γενικά, βαρκάρης, ναυτικός, σε Ηρόδ., Θεόκρ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πορθμεύς -έως, ὁ [πορθμεύω] veerman:; νεκύων πορθμεύς veerman van de doden Eur. Alc. 253; uitbr. zeeman. Hdt. 1.24.3.

Russian (Dvoretsky)

πορθμεύς: έως ὁ
1) перевозчик Hom., Aeschin.: π. νεκύων Eur. = Χάρων;
2) лодочник, корабельщик Her., Arph.

Middle Liddell

πορθμεύς, έως,
1. ionic ῆος, ὁ, a ferryman, Lat. portitor, Od., etc.; π. νεκύων, of Charon, Eur.
2. generally, a boatman, seaman, Hdt., Theocr.

English (Woodhouse)

πορθμεύς = ferryman

⇢ Look up "πορθμεύς" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)