Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ποσόν

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

το, ΝΜΑ, και ποσό, Ν
1. η ποσότητα, οτιδήποτε μπορεί να αριθμηθεί ή να μετρηθεί, ό,τι επιδέχεται αύξηση ή ελάττωση
2. η ποσότητα σε αντιδιαστολή προς την ποιότητα (α. «πρέπει να υπολογίζεις το ποιόν και όχι το ποσόν» β. «καὶ γὰρ τῷ ποσῷ καὶ τῷ ποιῷ», Αριστοτ.)
3. (φιλοσ.) α) μία από τις βασικές αριστοτελικές κατηγορίες, η οποία απαντά στο ερώτημα πόσον; β) το σύνολο όλων τών καθορισμών με τους οποίους ασχολούνται η αριθμητική, η γεωμετρία και η μηχανική, όπως είναι λ.χ. ο αριθμός, το μέγεθος, η έκταση, η μάζα, η κίνηση κ.ά., καθόσον θεωρούνται ότι σχηματίζουν μια ιδιαίτερη περιοχή, πλήρως νοητή, που διακρίνεται σαφώς από τον κόσμο τών αισθητών ιδιοτήτων, στον οποίο θα μπορούσε να αναχθεί αυτό το σύνολο
νεοελλ.
1. (χωρίς προσδιορισμό) ποσόν
(ποσότητα χρημάτων, χρηματικό ποσό. («απαιτούνται μεγάλα ποσά για επενδύσεις»)
2. (στη μουσική)
η καταμέτρηση της διάρκειας τών μουσικών φθόγγων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του ουδ. της αόρ. αντων. ποσός].

Russian (Dvoretsky)

ποσόν: τό количество Plat., Arst.: τὸ κατ᾽ ἀξίαν (καὶ) τὸ κατὰ π. Arst. по существу и по количеству; ἐπὶ ποσόν Polyb. в течение некоторого времени.