Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πραγματικότητα

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet → May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris

Greek Monolingual

η, Ν
1. η ιδιότητα του πραγματικού
2. πραγματική υπόσταση ή κατάσταση («στην πραγματικότητα δεν έγινε έτσι»)
3. (φιλοσ.) η ολότητα όσων υπάρχουν πραγματικά, ο αντικειμενικός κόσμος, το πραγματικά δεδομένο, σε αντιδιαστολή προς το φανταστικό, το νοούμενο ή παριστάμενο, καθετί το ανεξάρτητο από το υποκείμενο
4. φρ. «βρίσκεται εκτός πραγματικότητας» — αδυνατεί να αντιληφθεί και να κρίνει αντικειμενικά και ρεαλιστικά πρόσωπα και καταστάσεις.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πραγματικός. Η λ., στον λόγιο τ. πραγματικότης, μαρτυρείται από το 1787 στον Χρ. Ακαρνάνα].