Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρεπώδης

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι → Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: πρεπώδης Medium diacritics: πρεπώδης Low diacritics: πρεπώδης Capitals: ΠΡΕΠΩΔΗΣ
Transliteration A: prepṓdēs Transliteration B: prepōdēs Transliteration C: prepodis Beta Code: prepw/dhs

English (LSJ)

ες, A fit, proper, Ar.Pl.793: c. dat., ib. 797: Comp., τὸ κάλλιον -δέστερον Pl.Alc.1.135b, cf. Phld.Mus.p.82 K.: especially in Sup., -δέστατα γυναικί X.Mem.2.7.10, cf. Isoc.15.277, D.H. Pomp.4, Luc.Hipp.5, etc.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 698] ες, von geziemender Art; Ar. Plut. 793; τὸ δὲ κάλλιον πρεπωδέστερον, Plat. Alc. I, 135 b; Xen. Mem. 2, 7, 10 Oec. 5, 10; Luc. u. a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

πρεπώδης: -ες, (εἶδος) κατάλληλος, ἁρμόδιος, ἁρμόζων, ὡς ἡ μετοχ. πρέπων, Ἀριστοφ. Πλ. 793· μετὰ δοτ., αὐτόθι 797· τὸ κάλλιον πρεπωδέστερον Πλάτ. Ἀλκ. 1. 135Β, πρβλ. Ξεν. Οἰκ. 5. 10· πρεπωδέστατα γυναιξὶ ὁ αὐτ. ἐν Ἀπομν. 2. 7, 10, κτλ.

French (Bailly abrégé)

ης, ες :
convenable, bienséant;
Sp. πρεπωδέστατος.
Étymologie: πρέπω, -ωδης.

Greek Monolingual

-ῶδες, Α
κατάλληλος, αρμόζων.
επίρρ...
πρεπωδῶς
κατά τρόπο πρέποντα, κατάλληλο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πρέπω + κατάλ. -ώδης. Εντύπωση προκαλεί η παραγωγή επιθ. σε -ώδης από ρήμα].

Greek Monotonic

πρεπώδης: -ες (εἶδος), ταιριαστός, αρμόζων, κατάλληλος, αρμόδιος, σε Αριστοφ.· με δοτ., σε Ξεν. κ.λπ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πρεπώδης -ες [πρέπω] gepast, geschikt.

Russian (Dvoretsky)

πρεπώδης: приличествующий, подобающий, достойный Xen., Plat., Arph.

Middle Liddell

εἶδος
fit, becoming, suitable, proper, Ar.; c. dat., Xen., etc.

English (Woodhouse)

πρεπώδης = becoming, befitting, fit, fitting, proper, suitable

⇢ Look up "πρεπώδης" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)