Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προπόνηση

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η, Ν
(αθλ.) προγύμναση ενός αθλητή ή μιας αθλητικής ομάδας με στόχο τη διατήρηση της αγωνιστικότητας αλλά και την τεχνική και φυσική βελτίωση κάθε αγωνιζόμενου, προγύμναση που γίνεται μεθοδικά έτσι ώστε οι αθλητές να παρουσιάζουν τη μέγιστη απόδοσή τους στην κατάλληλη στιγμή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προπονώ. Η λ., στον λόγιο τ. προπόνησις, μαρτυρείται από το 1896 στην εφημερίδα Ακρόπολις].