Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προσταγή

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: προστᾰγή Medium diacritics: προσταγή Low diacritics: προσταγή Capitals: ΠΡΟΣΤΑΓΗ
Transliteration A: prostagḗ Transliteration B: prostagē Transliteration C: prostagi Beta Code: prostagh/

English (LSJ)

ἡ, = πρόσταγμα (ordinance, command, prescription), LXX Da. 3.28 (95), Sammelb. 3924.15 (i AD), Diog.Oen. 11, Ps.-Plu. Fluv. 6.4, 10.2 ; κατὰ ταγήν τινος τινος J. AJ 1.7.1, al. ; προσταγῇ IG4²(1).497 (Epid., ii/iii AD).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 780] ἡ, = πρόσταγμα, Sp., wie Lycophr. 138 Schol. Thuc. 4, 118.

Greek (Liddell-Scott)

προστᾰγή: ἡ, ὡς καὶ νῦν, Πλούτ. 2. 1154C, Ἰω. Χρυσ. τόμ. 2, σ. 457, 11, κλπ.: πρβλ. Μοῖριν 318.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
v. πρόσταγμα.
Étymologie: προστάσσω.

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ προστάσσω
η ενέργεια του προστάζω, πρόσταγμα, κέλευσμα
νεοελλ.
1. διαταγή που διατυπώνεται με επιτακτικό τόνο
2. (ποιν.) δήλωση βούλησης την οποία απευθύνει ένας ιεραρχικά ανώτερος προς έναν ιεραρχικά υφιστάμενό του απαιτώντας από αυτόν ορισμένη συμπεριφορά
αρχ.
1. (η δοτ. ως επίρρ.) προσταγῇ
κατόπιν διαταγής
2. φρ. «κατὰ προσταγήν» — σύμφωνα με διαταγή.

Russian (Dvoretsky)

προστᾰγή: ἡ Plut. = πρόσταγμα.