Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προϊόν

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη. Τὸ δὲ ἡττᾶσθαι αὐτὸν ὑφ' ἑαυτοῦ πάντων αἴσχιστόν τε ἅμα καὶ κάκιστον. → Τo conquer yourself is the first and best victory of all, while to be conquered by yourself is of all the most shameful as well as evil
Plato, Laws, 626e

Greek Monolingual

το, Ν
1. το αποτέλεσμα της παραγωγής, που μπορεί να είναι είτε υλικό αγαθό, λ.χ. τρόφιμα, ενδύματα, μηχανήματα, είτε άυλο, όπως λ.χ. υπηρεσίες, εφευρέσεις, έργα τέχνης (α. «προϊόντα βιομηχανίας» β.«προϊόν φαντασίας»)
2. η απολαβή από την εργασία, όπως ο μισθός
3. μτφ. συνέπεια, αποτέλεσμα, απόρροια, επακόλουθο
4. φρ. α) «ομογενή προϊόντα» — τα προϊόντα που έχουν την ίδια ικανότητα εξυπηρέτησης
β) «τελικά προϊόντα» ή «έτοιμα προϊόντα» — τα προϊόντα που είναι έτοιμα για τελική χρήση, δηλαδή για κατανάλωση ή επένδυση
γ) «ενδιάμεσα προϊόντα» — τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται σε ένα ενδιάμεσο στάδιο παραγωγής άλλων προϊόντων
δ) «ακαθάριστο εγχώριο προϊόν» — η αξία του εγχώριου προϊόντος στην οποία περιλαμβάνεται και η ανάλωση κεφαλαίου, δηλ. οι αποσβέσεις
ε) «καθαρό εγχώριο προϊόν» — η αξία του εγχώριου προϊόντος χωρίς την αξία τών αποσβέσεων του πάγιου προϊόντος
στ) «ακαθάριστο εθνικό προϊόν» — η αξία του εθνικού προϊόντος στην οποία περιλαμβάνονται και οι αποσβέσεις
ζ) «καθαρό εθνικό προϊόν» — η αξία του εθνικού προϊόντος χωρίς τις αποσβέσεις
η) «ημικατεργασμένο προϊόν» — προϊόν του οποίου δεν έχει ολοκληρωθεί η επεξεργασία και, συνεπώς, για να φθάσει στον τελικό καταναλωτή πρέπει να υποστεί πρόσθετη επεξεργασία, όπως είναι λ.χ. τα νήματα μιας πλεκτοβιομηχανίας
θ) «ελαττωματικό προϊόν» — το προϊόν που δεν εκπληρώνει τις προδιαγραφές του ή που παρουσιάζει προβλήματα λειτουργίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του ουδ. της μτχ. προϊών του πρόειμι].