Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σιταποθήκη

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η, Ν
αποθήκη σιταριού και άλλων δημητριακών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σίτος + αποθήκη. Η λ. μαρτυρείται από το 1831 στο περιοδικό Αιγιναία].