Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συμμόρφωση

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η /συμμόρφωσις, -ώσεως, ΝΜ [[συμμορφῶ / -ώνω]]
νεοελλ.
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συμμορφώνω ή του συμμορφώνομαι, το να γίνεται κάτι σύμφωνο ή ταιριαστό με κάτι άλλο
2. συνέτιση, σωφρονισμός
3. υπακοή, πειθαρχίασυμμόρφωση στους νόμους του κράτους»)
4. προσαρμογήσυμμόρφωση στις περιστάσεις»)
5. (σχετικά με πρόσ.) περιποίηση της εμφάνισης
6. (σχετικά με πράγμ.) τακτοποίηση, συγύρισμα
7. (κοινων. ψυχολ.) το χαρακτηριστικό γνώρισμα της συμπεριφοράς ενός ατόμου ή μιας υποομάδας, όταν αυτή η συμπεριφορά καθορίζεται από τον κανόνα ή το πρότυπο της ομάδας ή από μία εξουσία
μσν.
εξομοίωση ως προς τη μορφή.

Greek Monolingual

η /συμμόρφωσις, -ώσεως, ΝΜ [[συμμορφῶ / -ώνω]]
νεοελλ.
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συμμορφώνω ή του συμμορφώνομαι, το να γίνεται κάτι σύμφωνο ή ταιριαστό με κάτι άλλο
2. συνέτιση, σωφρονισμός
3. υπακοή, πειθαρχίασυμμόρφωση στους νόμους του κράτους»)
4. προσαρμογήσυμμόρφωση στις περιστάσεις»)
5. (σχετικά με πρόσ.) περιποίηση της εμφάνισης
6. (σχετικά με πράγμ.) τακτοποίηση, συγύρισμα
7. (κοινων. ψυχολ.) το χαρακτηριστικό γνώρισμα της συμπεριφοράς ενός ατόμου ή μιας υποομάδας, όταν αυτή η συμπεριφορά καθορίζεται από τον κανόνα ή το πρότυπο της ομάδας ή από μία εξουσία
μσν.
εξομοίωση ως προς τη μορφή.