Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σχέδην

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: σχέδην Medium diacritics: σχέδην Low diacritics: σχέδην Capitals: ΣΧΕΔΗΝ
Transliteration A: schédēn Transliteration B: schedēn Transliteration C: schedin Beta Code: sxe/dhn

English (LSJ)

Adv., (ἔχω, σχεῖν) A gently, slowly, X.Eq.Mag.3.4, Macho ap.Ath.8.349b, Semus 20, freq. in Plu., Crass.23, al.; σ. ἐκρέειν trickle out, Aret.SD1.9; πότερον ἠπειγμένως ἢ σ. (σχεδὸν codd.) prob. in Gal.19.201. II at close quarters, Anon. ap. Suid.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1053] adv., anhaltend, langsam, bedächtig; βαδίζειν Macho bei Ath. VII, 349 b; Babr. 57, 4.

Greek (Liddell-Scott)

σχέδην: Ἐπίρρ. (ἔχω, σχεῖν) ἡσυχῇ, βάδην, Ξεν. Ἱππαρχ. 3, 4, Μάχων παρ’ Ἀθην. 349Β, Σῆμος αὐτόθι 622Β, συχν. παρὰ Πλουτ. ΙΙ. = σχεδόν, Ἀνώνυμ. παρὰ Σουΐδ.

French (Bailly abrégé)

adv.
lentement, pas à pas.
Étymologie: σχεῖν.

Greek Monolingual

ΝΜΑ
επίρρ. νεοελλ. (λόγιος τ.) ναυτ. (παράγγελμα σχετικά με συρόμενο σχοινί) ήρεμα
μσν.-αρχ.
από πολύ κοντά, εκ του σύνεγγυς
αρχ.
σιγά σιγάσχέδην εἰς τὰ ἱερὰ διελαύνειν», Ξεν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. σχ- της μηδενισμένης βαθμίδας του ρ. ἔχω (πρβλ. αόρ. -σχ-ον, σχέσθαι) + επιρρμ. κατάλ. -δην (πρβλ. ἀνέ-δην, μίγ-δην). Το επίρρ. εμφανίζει τόσο τη σημ. του επιρρ. σχεδόν «κοντά» όσο και την αρχική σημ. της ρίζας του ἔχω segh- «κρατώ γερά, συγκρατώ»].

Greek Monotonic

σχέδην: επίρρ. (σχεῖν, απαρ. αορ. βʹ του ἔχω), ήσυχα, σιγά-σιγά, απαλά, προσεκτικά, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

σχέδην: adv. сдержанно, осторожно или неторопливо, медленно (διελαύνειν Xen.; ἐπακολουθεῖν Plut.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σχέδην [~ σχέδον] adv., stapvoets Plut. Publ. 13.4

Frisk Etymological English

Grammatical information: adv.
Meaning: slowly, easily (X., Plu. a.o.).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: As "holding back" to σχεῖν; opposite ἀνέδην. Cf. σχεδόν.

Middle Liddell

σχεῖν, aor2 of ἔχω]
gently, thoughtfully, Xen.

Frisk Etymology German

σχέδην: {skhédēn}
Grammar: Adv.
Meaning: langsam, gemächlich (X., Plu. u.a.).
Etymology : Als "zurückhaltend" zu σχεῖν; Gegensatz ἀνέδην. Vgl. σχεδόν.
Page 2,837