Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ταύτη

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ → The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

και δωρ. τ. ταύτᾳ και κωμ. τ. ταυτηΐ Α
επίρρ. κατ' αυτόν τον τρόπο, έτσι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Επίρρ. σχηματισμένο από τη δοτ. του θηλ. της δεικτ. αντων. οὗτος.