Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τεταγμένος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

-η, -ο / τεταγμένος, -η, -ον, ΝΜΑ
βλ. τάσσω.
επίρρ...
τεταγμένως Α
1. με τάξη, κανονικά («καλῶς καὶ τεταγμένως πολιτεύεσθαι», Ισοκρ.)
2. μαθημ. (σχετικά με κώνους) σαν την τεταγμένη
3. (με αρθρ. θηλ.) ἡ τεταγμένως
μαθημ. η τεταγμένη.

English (Woodhouse)

τεταγμένος = (see also: τάσσω) settled, appointed

⇢ Look up "τεταγμένος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)