Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπέδαφος

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον → Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

το, Ν
1. (γενικά) στρώμα του στερεού φλοιού της Γης που βρίσκεται κάτω από το καλλιεργήσιμο έδαφος («πλούσιο υπέδαφος»)
2. (εδαφολ.) το στρώμα του κατακερματισμένου και μερικώς αποσαθρωμένου μητρικού πετρώματος, το οποίο αναπτύσσεται μεταξύ του ανώτερου εδαφικού καλύμματος και του υποβάθρου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < υπ(ο)- + έδαφος. Η λ. μαρτυρείται από το 1880 στην Κρίσιν Μαραθείου διαγωνισμού].