Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπόρραμμα

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος → He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125

Greek Monolingual

το, Ν
φόδρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < υπορράπτω. Η λ. μαρτυρείται από το 1849 στον θ. Παπάζογλου].