Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φανέρωμα

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος → He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125

Greek Monolingual

το, Ν φανερώνω
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του φανερώνω, αποκάλυψη («το φανέρωμα της κατάχρησης»)
2. εμφάνιση, παρουσίαση
3. εκδήλωση («οι τόσο συχνές ληστείες τραπεζών αποτελούν νοσηρά φανερώματα της κοινωνίας μας»).