Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φλούδα

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

και φλοίδα και φλύδα, η, Ν
1. (για φυτά και για καρπούς) φλοιός
2. σκληρό κέλυφος, τσόφλι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φλούδι κατά τα θηλ.].