Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φρούριο

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

το / φρούριον, ΝΜΑ, και φρουρεῑον Μ, και φρώριον Α φρουρός
1. οχυρό συγκρότημα εγκαταστάσεων για την προστασία ενός τόπου από εχθρική επίθεση, κν. κάστρο (α. «το φρούριο της Ναυπάκτου» β. «τὰ φρούρια ἐπισκευάζειν καὶ τὸν Πειραιᾱ τειχίζειν», Δημοσθ.)
2. πύργος στην κορυφή λόφου ή βουνού
3. συνεκδ. οι στρατιώτες, οι φρουροί που είναι εγκατεστημένοι σε τέτοιο συγκρότημα
νεοελλ.
καθετί που προασπίζει κάτι («οι ένοπλες δυνάμεις μας είναι φρούριο της ελευθερίας του έθνους»
αρχ.
1. φυλακήζῷον ἀθάνατον ἐν θνητῷ καθειργμένον φρουρίῳ», Πλάτ.)
2. φρ. «πόλεως φρούριον» — το δικαστήριο της βουλής του Αρείου Πάγου (Αισχύλ.).