Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χοιρόδερμα

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

το, Ν
το δέρμα του χοίρου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χοίρος + δέρμα. Η λ. μαρτυρείται από το 1890 στην εφημερίδα Ακρόπολις].