Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χρονοτριβώ

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. → Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea

Greek Monolingual

χρονοτριβῶ, -έω, ΝΜΑ
καθυστερώ, αργοπορώ, χασομερώ
αρχ.
παρατείνω κάτι επί μακρό χρονικό διάστημα, συνεχίζω κάτι για πολύ χρόνο («χρονοτριβεῖν τὸν πόλεμον ἐλπίζων», Πλούτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < χρόνος + -τριβῶ (< -τρίβης < τρίβω), πρβλ. παιδο-τριβῶ].