Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ωραιότητα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η / ὡραιότης, -ητος, ΝΜΑ ωραίος
η ιδιότητα του ωραίου, κάλλος, ομορφιά
αρχ.
1. (για πράγμ.) καλή ποιότητα («τῇ ὡραιότητι τοῦ οἴνου διελέσθαι σκῡλα», ΠΔ)
2. η ωριμότητα τών καρπών του έτους.