Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ώρία

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

German (Pape)

[Seite 1414] ἡ, = ὡραιότης, zw.

Greek Monolingual

ἡ, Α ὥριος
η ωραιότητα, το κάλλος.

Greek Monolingual

η, Ν
1. ωραία γυναίκα
2. φρ. «της Ωριάς το κάστρο»
(λαογρ.) ονομασία πολλών μεσαιωνικών κάστρων της Ελλάδας συνδεδεμένων με διάφορους μεσαιωνικούς θρύλους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ωραία, με συνίζηση (πρβλ. ελαία> ελιά)].