Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ώραϊσμός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

German (Pape)

[Seite 1414] ὁ, Schmuck, Putz, das Ausschmücken, Herausputzen, gew. im tadelnden Sinne; Schol. Pind. N. 8, 1; Eust. 317, 41; Plut. Fab. M. 1.

Greek Monolingual

ο / ὡραϊσμός, ΝΜΑ ὡραΐζω, -ομαι]
η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ωραΐζω, εξωραϊσμός
μσν.-αρχ.
ομορφιά, ωραιότητα
αρχ.
μτφ. α) εκθήλυνση
β) (για λεκτικό ύφος) κομψότητα.