Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ώραῖος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

German (Pape)

[Seite 1413] 1) was eine bestimmte Zeit, bes. die Jahreszeit mit sich bringt u. reift, bes. von den reisen Sommerfrüchten; βίος, βίοτος ὡραῖος, Lebensunterhalt von reifer Feldfrucht, Hes. O. 32. 309; καρποὶ ὡραῖοι Her. 1, 202; gew. τὰ ὡραῖα u. τρωκτὰ ὡραῖα, alle Früchte, die die Jahreszeit reist, mit sich bringt, annona, Thuc. 3, 58 Xen. An. 5, 3,12; Plat. οἷον πυρῶν καὶ κριθῶν, οἷσι δὴ καὶ τὰ ἅπαντα ἀκολουθείτω τὰ ἄλλα ὡραῖα νεμόμενα, Legg. VIII, 847 e. – Dah. ἡ ὡραία, sc. ὥρα, die Jahreszeit, in welcher die Feldfrüchte reif werden, die Zeit der Ernte, bes. die zwanzig Tage vor und nach Aufgang des Hundssterns, u. allgemeiner, die gute Jahreszeit, die vier od. fünf Monate (τέτταρας μῆνας ἢ πέντε, τὴν ὡραίαν αὐτὴν στρατεύεσθαι Dem. 9, 48) vom Frühjahr bis zum Herbst, in welchen auch der Krieg geführt zu werden pflegte, vgl. Schäf. zu Bos. ell. p. 577; περιμένειν τὴν ὡραίαν Dem. 56, 30, die gute Jahreszeit abwarten; ὑπὸ τὴν ὡραίαν, gegen den Frühling, Pol. 3, 16, 7. – 2) zur rechten, günstigen Zeit geschehend, der Jahreszeit entsprechend, durch die Jahreszeit u. die Witterung begünstigt; ἄροτος, ἔργον, Hes. O. 618. 644; πλόος, günstige Schifffahrt, 632. 667; ὡραῖόν ἐστι, die Witterung ist günstig; dah. auch ταριχος ὡραῖον, zur rechten Jahreszeit eingesalzener Fisch, Alexis bei Ath. III, 117 d; vgl. Soph. frg. 446; ὡραῖα τεμάχη Poll. 7, 27. – Absol. τὴν ὡραίην, zur rechten, gewöhnlichen Zeit, wie τὴν ὥραν, Her. 4, 28; – ὡραίων τυχεῖν, gebührender Ehre theilhaftig werden, wie νομίμων, Eur. Suppl. 187; vgl. Plat. ἔνθα ὡραῖα ἀπετέλουν ἱερὰ ἐκείνων ἑκάστῳ, Critia. 116 c. – 3) vom Lebensalter des Menschen, in der schönsten Blüthe der Jahre, in voller, reifer Kraft, Hes. O. 697; in der Jugendblüthe stehend, jugendlich schön, Pind. Ol. 9, 101; Reiz, Anmuth, ἄνευ κάλλους ὡραῖοι Arist. rhet. 3, 4, womit Plat. Rep. X, 601 b zu vgl.: τοῖς τῶν ὡραίων προσώποις, καλῶν δὲ μή; ἐν ὡραίῳ ἵσταμαι βίῳ Eur. Phoen. 975; Ar. Av. 138; ὡραιοτάτη Ach. 1113 Ran. 291; παρθένος γάμου ὡραία Her. 1, 196; Xen. Cvr. 4, 6,9.

Greek Monolingual

-α, -ο / ὡραῖος, -αία, -ον, ΝΜΑ, και ιων. τ. θηλ. ὡραίη και αιολ. τ. θηλ. ὡράα Α
(για πρόσ. και πράγμ.) αυτός που θέλγει τις αισθήσεις, που έχει πολύ καλή αισθητική εμφάνιση, όμορφος
νεοελλ.
το ουδ. ως ουσ. το ωραίο
α) η έννοια της ωραιότητας
β) αισθητική κατηγορία αναφερόμενη σε φαινόμενα της υψηλότερης αισθητικής αξίας, η θεμελιώδης ιδιότητα τών έργων της τέχνης να προκαλούν αισθητική ηδονή
μσν.-αρχ.
το θηλ. ως ουσ.ὡραία
η περίοδος του χρόνου κατά την οποία επικρατούν καλές καιρικές συνθήκες και, κυρίως, οι τέσσερεις ή πέντε μήνες, από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο, κατά τους οποίους γίνονταν οι εκστρατείες και οι πόλεμοι
αρχ.
1. α) αυτός που γίνεται ή παράγεται στην κατάλληλη εποχή
β) (ιδίως για καρπό) ώριμος
2. (για ζώα) ο ενός έτους, χρονιάρικος
3. αυτός που συμβαίνει ή γίνεται τον κατάλληλο ή αρμόζοντα χρόνο, επίκαιρος, πρόσφορος («ἀρότου μεμνημένος εἶναι ὡραίου», Ησίοδ.)
4. (για ψάρια) αυτός που παστώθηκε την κατάλληλη εποχή του έτους
5. (για πρόσ.) α) ώριμος για κάτιἐπεὶ δ' ἐς ἥβην ἦλθεν ὡραία γάμων», Ευρ.)
β) εσχατόγηρος
6. αυτός που αρμόζει σε κάποιον (α. «βίος τε εὐκλεὴς καὶ θάνατος ὡραῖος», Ξεν.
β. «ἔνθα... ὡραῖα ἐπετέλουν ἱερὰ πρεπούσης ἑκάστῳ», Πλάτ.)
7. (για πρόσ.) α) αυτός που βρίσκεται στην ακμή της ζωής του, αυτός που διανύει την ακμή της νιότης του και της ομορφιάς του («ὡραῖος ἐὼν καὶ καλὸς κάλλιστά τε ῥέξαις», Πίνδ.)
β) γνήσιος, ειλικρινής
8. το θηλ. ως ουσ. α) η εποχή κατά την οποία ωριμάζουν οι καρποί και, κυρίως, το σιτάρι
β) η εποχή του θερισμού και, ιδίως, το διάστημα τών είκοσι ημερών πριν από την ανατολή του Σειρίου και τών είκοσι ημερών μετά από αυτήν
9. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ ὡραῖα
α) οι καρποί που ωριμάζουν σε μια συγκεκριμένη εποχή του έτους
β) (κυρίως) οι καρποί αυτοί ως προσφορές στους θεούς
γ) τα καταμήνια, ιδίως κατά την πρώτη τους εμφάνιση
δ) εορτή στην Αθήνα προς τιμήν τών Ωρών
10. (η αιτ. του θηλ. ως επίρρ.) τὴν ὡραίαν
τη συγκεκριμένη εποχή κατά την οποία γίνεται ή συμβαίνει κάτι («ἐν τῷ χειμῶνι τὴν μὲν ὡραίην οὐκ ὕει», Ηρόδ.)
11. φρ. «ὡραῑόν ἐστι» — οι κλιματικές συνθήκες είναι ευνοϊκές, πρόσφορες (Πλούτ.).
επίρρ...
ωραία / ὡραίως, ΝΑ
με ωραίο τρόπο
νεοελλ.
1. πολύ καλά, περίφημα («τά πάμε ωραία»)
2. εύστοχα («του απάντησες ωραία»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὥρα + κατάλ. -αῖος (πρβλ. μοιρ-αῖος). Για τη σημ. του επιθ. βλ. λ. ώρα].