Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ώρικός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

German (Pape)

[Seite 1414] 1) reif, zeitig, Ar. Ach. 260; im blühenden Alter, jugendlich schön, νέος Ael. H. A. 14, 5, νεανίσκος Alciphr. 1, 13; compar., νεανίας ὡρικώτερος, Ael. H. A. 4, 8, vgl. 5, 17. – 2) zur rechten Zeit, am rechten Orte, ὡρικῶς πυνθάνει Ar. Plut. 963, was auch erklärt wird »du fragst jugendlich«, »jüngferlich«.

Greek Monolingual

-ή, -ό / ὡρικός, -ή, -όν, ΝΑ ὥρα
νεοελλ.
αστρον.
1. αυτός που γίνεται κάθε μία ώρα, ωριαίος («ωρική γωνία» — η ωριαία γωνία)
2. φρ. «ωρικός πίνακας»
στρ. ο πίνακας ωρών βολής του πυροβολικού ο οποίος καταρτιζόταν με σκοπό την εναρμόνιση της δράσης πυροβολικού και πεζικού κατά την επίθεση
αρχ.
1. (για πρόσ.) αυτός που βρίσκεται στην ακμή της ηλικίας του, νεαρός, ακμαίος («ὡρικὸς νέος», Αιλ.)
2. (για καρπό) ώριμος, γινωμένος.
επίρρ...
ὡρικῶς Α
μτφ. με χάρη και ντροπαλότητα, όπως τα νεαρά κορίτσια.