Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ώριόκαρπος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

German (Pape)

[Seite 1414] mit, von reifer, zeitiger, jähriger Frucht, Orph. H. 55, 11.

Greek Monolingual

-ον, Α
(ποιητ. τ.) αυτός που έχει ώριμο καρπό ή καρπό που αναπτύχθηκε την κατάλληλη εποχή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὥριος + καρπός].