Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ώροσκόπος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

German (Pape)

[Seite 1415] die Jahreszeiten, Stunden beobachtend, bes. die Geburtsstunde beobachtend, sie deutend, der Nativitätsteller, S. Emp. adv. astrol. 12, oft, u. a. Sp.

Greek Monolingual

ο / ὡροσκόπος, -ον, ΝΑ
το αρσ. ως ουσ. αστρολ. αυτός που, παρατηρώντας το ωροσκόπιο κάποιου, προλέγει το μέλλον του
αρχ.
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ωροσκόπηση
2. το αρσ. ως ουσ.ὡροσκόπος
η ερμηνεία της τύχης από την παρατήρηση της ώρας του τοκετού
3. (το αρσ. στον πληθ. ως ουσ.) οἱ ὡροσκόποι
αστρικές θεότητες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὥρα + -σκόπος (< σκοπός < σκέπτομαι), πρβλ. αστερο-σκόπος].