Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ώροτρόφος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

German (Pape)

[Seite 1415] die Jahreszeiten nährend, sie herbeiführend, Orph. H. 7, 10.

Greek Monolingual

-ον, Α
μτφ. (για τον Ήλιο) αυτός που τρέφει τις ώρες, τις εποχές.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὥρα + -τρόφος (< τρέφω), πρβλ. κτηνο-τρόφος].