Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ώρόδεσμος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

German (Pape)

[Seite 1414] ὁ, Strohseil zum Binden der Korngarben, VLL.

Greek Monolingual

ὁ, Μ
σχοινί από πλεγμένα καλάμια σιταριού, με το οποίο έδεναν τα δεμάτια κατά το θέρισμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὡρεῖον «αποθήκη σιτηρών» + δεσμός.