Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀναισχυντία

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀναισχυντία Medium diacritics: ἀναισχυντία Low diacritics: αναισχυντία Capitals: ΑΝΑΙΣΧΥΝΤΙΑ
Transliteration A: anaischyntía Transliteration B: anaischyntia Transliteration C: anaischyntia Beta Code: a)naisxunti/a

English (LSJ)

ἡ, A shamelessness, impudence, Ar.Th.702, D.20.166, etc.; ὑπ' ἀναισχυντίας Pl.Smp.192a.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 190] ἡ, Schamlosigkeit, Plat. Conv. 192 a u. sonst.

Greek (Liddell-Scott)

ἀναισχυντία: ἡ, ἀναίδεια, ἔλλειψις αἰδοῦς, «ἀδιαντροπιά», Ἀριστοφ. Θεσμ. 702, Λυκοῦρ. 169. 22, κτλ.· ὑπ’ ἀναισχυντίας Πλάτ. Συμπ. 192Α.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
impudence.
Étymologie: ἀναίσχυντος.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ
1 descaro, desvergüenza en el comportamiento gener. ἡ δὲ ἄδεια ἀναισχυντίαν ἐνέτεκεν Pl.Lg.701a, οὗτοι δὲ εἰς τοῦτο ἥκουσιν ἀναισχυντίας Is.1.2, ἕπεσθαι δὲ δοκεῖ μάλιστα τῇ ἀχαριστίᾳ ἡ ἀναισχυντία X.Cyr.1.2.7, εἰς ἀναισχυντίαν ... περιίσταται Plu.2.7b, ὅταν τινὸς ἀναισχυντίᾳ προσκόπτῃς M.Ant.9.42, cf. Arist.EN 1128b31, Plb.38.18.5, esp. en el hablar ἀναισχυντία τὸ τὰ φανερὰ ἀρνεῖσθαι Arist.Rh.1380a19, τῇ παρρησίᾳ μετὰ ἀναισχυντίας κατακορεῖ χρώμενος D.C.100.1, cf. D.20.166, Ph.2.72.
2 desvergüenza, profanación ante actos religiosos ὡς ἅπαντ' ἄρ' ἐστὶ τόλμης ἔργα κἀναισχυντίας Ar.Th.702.
3 impudicia ref. a la pederastia οὐ γὰρ ὑπ' ἀναισχυντίας τοῦτο δρῶσιν ἀλλ' ὑπὸ θάρρους Pl.Smp.192a.

Greek Monolingual

η (Α ἀναισχυντία) ἀναίσχυντος
έλλειψη αισχύνης, αιδούς, αναίδεια, αδιαντροπιά.

Greek Monotonic

ἀναισχυντία: ἡ, αναίδεια, ξεδιαντροπιά, σε Αριστοφ., Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ἀναισχυντία: ἡ бесстыдство Xen., Plat., Plut.

Middle Liddell

[from ἀναίσχυντος
shamelessness, Ar., Plat.

English (Woodhouse)

ἀναισχυντία = shamelessness

⇢ Look up "ἀναισχυντία" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)