Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀνασκευάζω

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀνασκευάζω Medium diacritics: ἀνασκευάζω Low diacritics: ανασκευάζω Capitals: ΑΝΑΣΚΕΥΑΖΩ
Transliteration A: anaskeuázō Transliteration B: anaskeuazō Transliteration C: anaskevazo Beta Code: a)naskeua/zw

English (LSJ)

A pack up the baggage (τὰ σκεύη), and so, carry away, remove, τὴν ἀγορὰν εἴσω X.An.6.2.8, etc.; ἀ. τοὺς Ἀθηναίους ἐκ θαλάττης divert them from naval enterprise, Philostr.VS1.17.3, cf.1.25.7:— in Med., break up camp, march away, Th.1.18; κατεσκευάζετο καὶ πάλιν ἀ. X.Cyr.8.5.2, etc. 2 dismantle a place, Th.4.116:—in Med., dismantle one's house or city, Id.1.18. 3 waste, ravage, X.Cyr.6.2.25 (Pass.); ἀ. τὰς συνθήκας break them, Plb.9.31.6:—in Med., τάφον Plu.2.578f. 4 Pass., to be bankrupt, τῆς τραπέζης ἀνασκευασθείσης D.33.9, cf. 49.68; οἱ ἀνεσκευασμένοι τῶν τραπεζιτῶν broken bankers, ibid.: metaph., ἀνεσκευάσμεθα E.El.602. 5 of logicians, demolish opponent's arguments, definitions, etc., opp. κατασκευάζειν, Arist.APr.43a2, cf. Rh.1401b4, Str.1.2.18, Polystr. p.24 W. 6 reverse a decision or judgement, Vett. Val.283.23 (Pass.): metaph., ἀ. ψυχάς disturb, opp. οἰκοδομέω, Act.Ap.15.24, cf.9.31. 7 Medic., remove, νόσον Sor.2.8. II build again, remodel, Str.16.1.5:—also in Med., build, οἴκους J.BJ6.5.2.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 207] 1) wieder aufpacken, bes. vom Troß u. Gepäcke der Soldaten (vgl. Xen. Cyr. 8, 5, 4 συντίθησι μὲν ἕκαστος σκεύη οἷσπερ τέτακται χρῆσθαι, ἀνατίθενται δ' αὖ ἄλλοι ἐπὶ τὰ ὑποζύγια); dah. aufpacken u. fortschaffen, Xen. An. 5, 10, 8 Cyr. 6, 2, 25, wo es schon in die Bdtg plündern übergeht; auch in fremde Gegenden versetzen, Heracl. Pont. bei Ath. XII, 537 a; niederreißen, zerstören, neben ἀναιρέω Thue. 4, 116; ἦ πάντ' ἀνεσκευάσμεθα, gänzlich zu Grunde gerichtet, Eur. El. 602; συνθήκας, Bund brechen, Pol. 9, 81; φήμην 12, 25. Von Geldwechslern, ihren Wechseltisch abbrechen, Bankerott machen, ἀνασκευασθείσης τῆς τραπέζης Dem. 33, 9; vgl. 49, 68. Bei den Rhetoren: die Gründe des Gegners widerlegen, Arist. rhet. 2, 24 top. 2, 2, oft. – Med., seine Sachen zusammenpacken u. wegziehen, Thuc. 1, 18; Plut. Syll. 15, oft; D. Hal. 8, 68; auch zerstören. – 2) wieder aufbauen, Strabo; wieder in Stand setzen, heilen, Medic.; βλάβην, wieder gut machen, Geopon.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνασκευάζω: ἀντίθ. τῷ κατασκευάζω, συσκευάζω, συνάγω καὶ δένω τὰς ἀποσκευὰς πρὸς ἀναχώρησιν, Λατ. vasa colligere, convasare, καὶ ἑπομ., μετακομίζω, τὴν ἀγορὰν (τὰ ὤνια δηλ. ἢ τὰ ἐπιτήδεια) εἴσω ἀνεσκεύασαν, «τὰ ἐμάζευσαν καὶ τὰ ἐπῆγαν μέσα» Ξεν. Ἀν. 6. 2, 8, κτλ.: ― ἀπείργω, κωλύω, ἀπομακρύνω, ἀνεσκεύαζε τοὺς Ἀθηναίους τῆς θαλάσσης, ὡς κακῶς ἐν αὐτῇ ἀκούοντας Φιλόστρ. 505: ― συχν. ἐν τῷ μέσ. τύπῳ, διαλύω τὸ στρατόπεδον, ἀπέρχομαι, Θουκ. 1. 18· εὐτάκτως κατεσκευάζετο καὶ πάλιν ἀνεσκευάζετο Ξεν. Κύρ. 8. 5, 2, κτλ. 2) ἀπογυμνῶ ἐντελῶς τόπον τινά, μετακομίζω πᾶν ὅ,τι εὕρω ἐν αὐτῷ, καὶ τὴν Λήκυθον καθελὼν καὶ ἀνασκευάσας τέμενος ἀνῇκεν ἅπαν Θουκ. 4. 116· καὶ κατὰ μέσ. διάθεσιν, ἀπογυμνῶ τὴν ἑμαυτοῦ οἰκίαν ἢ πόλιν, λαμβάνω μετ’ ἐμοῦ πᾶν ὅ,τι ἔχω, καὶ ἀνασκευασάμενοι ἐς τὰς ναῦς ἐσβάντες ναυτικοὶ ἐγένοντο ὁ αὐτ. 1. 18. 3) καταστρέφω, ἐρημώνω, Ξεν. Κύρ. 6. 2. 25· ἀκυρῶ, ἀνασκευάζειν μέλλετε συνθήκας Πολύβ. 9. 31, 6. 4) παθ., ὡς τεχνικὸς ὅρος, πτωχεύω, διαλύομαι, τῆς τραπέζης ἀνασκευασθείσης Δημ. 895. 5· ἀνασκευάζονται αἱ τράπεζαι, διαλύονται, Δημ. 1205. 2· οἱ ἀνεσκευασμένοι τῶν τραπεζιτῶν, οἱ πτωχεύσαντες, ὁ αὐτ. 1204. 26· οὕτω καὶ μεταφ., ἢ πάντ’ ἀνεσκευάσμεθ’, ὥσπερ αἱ τύχαι; ἢ εἴμεθα καθ’ ὅλα κατεστραμμένοι, ὡς αἱ περιουσίαι ἡμῶν, Εὐρ. Ἠλ. 602. 5) ἐπὶ τῶν διαλεκτικῶν, ὡς τὸ ἀναιρέω, ἀνατρέπω, ἀναιρῶ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀντιπάλου, Ἀριστ. Ἀναλυτ. Πρ. 1. 26, 3, καὶ ἀλλ., κατασκευάζειν ἢ ἀν. ὁ αὐτ. Ρητ. 2. 24, 4. ΙΙ. ἀνοικοδομῶ, Στράβ. 738· ὡσαύτως κατὰ μέσ. τύπον, Πλούτ. 2. 578F.

French (Bailly abrégé)

1 enlever et transporter les bagages ; particul. enlever de la place publique la table d’un banquier failli;
2 renverser, détruire, raser (une ville), dévaster;
Moy. ἀνασκευάζομαι;
1 enlever ses meubles, ses bagages, etc. ; lever le camp, partir;
2 reconstruire, restaurer pour soi.
Étymologie: ἀνά, σκευάζω.

Spanish (DGE)

A act.
I 1instalar, montar τὴν ἀγορὰν εἴσω X.An.6.2.8.
2 confirmar αὐτό de una opinión, Eust.Ant.Engast.4.
II 1desmantelar, destrozar τὴν Λήκυθον Th.4.116
v. med. mismo sent. τάφον Plu.2.578f
deshacer συνθήκας Plb.9.31.6
de argumentos, definiciones deshacer, refutar op. κατασκευάζω Arist.APr.43a2, cf. Rh.1401b4, Str.1.2.18, Polystr.25.28, A.D.Synt.46.24
revocar una decisión, Vett.Val.283.23
en v. pas. ser destrozado, destruido, ser asolado ἢ πάντ' ἀνεσκευάσμεθ', ὥσπερ αἱ τύχαι; E.El.602, τὰ ἐπιτήδεια X.Cyr.6.2.25, los alrededores de una ciudad, I.AI 14.406
2 fig. arruinar τὴν κοινὴν φήμην Plb.12.25.4
declarar en quiebra μ[ὴ ...] ... ἑατοὺς (sic) ἀνασκευάζωμε[ν] μὴ οὔσης χρήας POxy.745.5 (I d.C.), esp. en pas. τῆς τραπέζης ἀνασκευασθείσης quebrado el banco D.33.9, cf. 49.68, τοῖς ἀνασκευασμένοις τῶν τραπεζιτῶν a los banqueros en quiebra D.49.68.
3 fig. apartar τοὺς Ἀθηναίους τῆς θαλάττης Philostr.VS 505, cf. 538, νόσον Sor.98.20
descarriar, Act.Ap.9.31.
III 1reconstruir una pirámide, Str.16.1.5.
2 devolver a su punto, restituir εἰς τὸν νεών ... τὰ ... ἱερά Bas.Sel.V.Thecl.M.85.596A.
3 curar αἰγίλωπας Heras en Gal.12.819, διαθέσεις Asclep.Iun. en Gal.13.1029, πυρετούς Gal.13.104, τὸν ἄνθρωπον Clem.Al.Paed.1.8.65
en v. med. recobrarse Thdt.M.80.580A.
B usos esp. en v. med.
1 recoger los propios bienes ἐκλιπεῖν τὴν πόλιν καὶ ἀνασκευασάμενοι ἐς τὰς ναῦς ἐσβάντες ναυτικοὶ ἐγένοντο Th.1.18, cf. X.Cyr.8.5.2.
2 alzar, construir οἴκους I.BI 6.282.

English (Strong)

from ἀνά (in the sense of reversal) and a derivative of σκεῦος; properly, to pack up (baggage), i.e. (by implication, and figuratively) to upset: subvert.

English (Thayer)

(σκευάζω, from (σκεῦος a vessel, utensil);
1. to pack up baggage (Latin vasa colligere) in order to carry it away to another place: Xenophon, an. 5,10 (6,2) 8. Middle to move one's furniture (when setting out for some other place, Xenophon, Cyril 8,5, 4 ὅταν δέ ἀνασκευαζωνται, συντιθησι μέν ἕκαστος τά σκεύη); hence,
2. of an enemy dismantling, plundering, a place (Thucydides 4,116); to overthrow, ravage, destroy, towns, lands, etc.; tropically, ψυχάς, to turn away violently from a right state, to unsettle, subvert: Acts 15:24.

Greek Monolingual

ἀνασκευάζω) σκευάζω
1. αναιρώ, ανατρέπω επιχειρήματα ή κατηγορία
αρχ.
Ι. ενεργ.
1. ετοιμάζω τις αποσκευές για αναχώρηση
2. απογυμνώνω, ερημώνω, καταστρέφω
II. μέσ.
1. διαλύω το στρατόπεδο και αναχωρώ
2. διαλύομαι, χρεωκοπώ.

Greek Monotonic

ἀνασκευάζω: μελ. -σω — Παθ. παρακ. ἀνεσκεύασμαι·
1. συσκευάζω, «πακετάρω» τις αποσκευές (τὰ σκεύη), Λατ. vasa colligere· μετακομίζω, σε Ξεν. — Μέσ., διαλύω το στρατόπεδο κάποιου, απέρχομαι, σε Θουκ., Ξεν.
2. απογυμνώνω, ερημώνω έναν τύπο, σε Θουκ. — Μέσ., αφανίζω, ερημώνω το σπίτι ή την πόλη κάποιου, στον ίδ.
3. καταστρέφω, ερημώνω, λεηλατώ, σε Ξεν.
4. Παθ., πτωχεύω, διαλύομαι, λέγεται για τράπεζες, σε Δημ.· μεταφ., ἀνεσκευάσμεθα, έχουμε καταστραφεί, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἀνασκευάζω: тж. med.
1) собирать вещи, укладываться Xen., Plut.: ἀνασκευασάμενοι ἐς τὰς ναῦς ἐμβάντες Thuc. собравшись и сев на корабли;
2) расхищать, разорять, разрушать, разграблять (τι Eur., Thuc., Xen., Plat.): οἱ ἀνεσκευασμένοι τῶν τραπεζιτῶν Dem. разорившиеся менялы;
3) нарушать, расторгать (συνθήκας Polyb.);
4) опровергать (φήμην Polyb.): κατασκευάζειν ἢ ἀ. Arst. подтверждать или опровергать.

Middle Liddell


1. to pack up the baggage (τὰ σκεύη), Lat. vasa colligere: to carry away, Xen.:—Mid. to break up one's camp, march away, Thuc., Xen.
2. to disfurnish, dismantle a place, Thuc.: Mid. to dismantle one's house or city, Thuc.
3. to waste, ravage, destroy, Xen.
4. Pass. to be bankrupt, break, of bankers, Dem.; metaph., ἀνεσκευάσμεθα we are ruined, Eur.

Chinese

原文音譯:¢naskeu£zw 安那-士求阿索
詞類次數:動詞(1)
原文字根:向上-器具
字義溯源:包裝,意指:顛覆,擾亂,攪動,滋擾,惑亂;由(ἀνά)*=上,回復)與(σκεῦος)*=器具,容器)組成
出現次數:總共(1);徒(1)
譯字彙編
1) 惑亂(1) 徒15:24