Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀνεμόδρομος

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀνεμόδρομος Medium diacritics: ἀνεμόδρομος Low diacritics: ανεμόδρομος Capitals: ΑΝΕΜΟΔΡΟΜΟΣ
Transliteration A: anemódromos Transliteration B: anemodromos Transliteration C: anemodromos Beta Code: a)nemo/dromos

English (LSJ)

ον, A running with the wind, swift as the wind, Luc.VH1.13.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 222] ὁ, Windläufer, Luc. V. H. 1, 13.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνεμόδρομος: -ον, ταχὺς ὡς ὁ ἄνεμος, Λουκ. π. Ἀληθ. Ἱστορ. 1. 13.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui court comme le vent.
Étymologie: ἄνεμος, δραμεῖν.

Greek Monolingual

ἀνεμόδρομος, -ον (Α)
αυτός που τρέχει γρήγορα σαν τον άνεμο (με τη δύναμη του ανέμου).

Greek Monotonic

ἀνεμόδρομος: -ον, αυτός που τρέχει με τον άνεμο, ταχύς όπως ο άνεμος, σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἀνεμόδρομος: бегущий с быстротой ветра Luc.

Middle Liddell

running with the wind, Luc.