Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀπλανής

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη. Τὸ δὲ ἡττᾶσθαι αὐτὸν ὑφ' ἑαυτοῦ πάντων αἴσχιστόν τε ἅμα καὶ κάκιστον. → Τo conquer yourself is the first and best victory of all, while to be conquered by yourself is of all the most shameful as well as evil
Plato, Laws, 626e
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀπλανής Medium diacritics: ἀπλανής Low diacritics: απλανής Capitals: ΑΠΛΑΝΗΣ
Transliteration A: aplanḗs Transliteration B: aplanēs Transliteration C: aplanis Beta Code: a)planh/s

English (LSJ)

ές, A not wandering, steady, fixed, Pl.Plt.288a, al.: c. gen., ἀπλανὲς ἀπηργάσατο ἐκείνων [κινήσεων] made it free from their influence, Id.Ti.34a. 2 Astron. of stars, fixed, opp.planets, ib. 40b, cf.Arist.Mete.343b9, Metaph.1073b10, Arat.461, AP9.25 (Leon.); ἡ ἀ. σφαῖρα Corp.Herm.2.6. II of a line, straight, AP6.65 (Paul. Sil.). III unwavering, θεωρία Epicur.Ep.3p.62U. 2 not erring, S.E.M7.195, Longin.2.2 (Sup.), etc. Adv. -νῶς without going astray, Max.Tyr.5.2; accurately, Alciphr.3.59.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 292] ές, 1) nicht umherirrend, stetig, Ggstz πολυπλανές Plat. Polit. 288 a; καὶ ἡσυχαῖος Legg. VI, 775 c; bes. Fixsterne, im Ggstz der Planeten, Tim. 40 b; Arist.; Sp.; – ἀπλανέος (gerade) γραμμῆς ἡγεμὼν κανών P. Sil. 37 (VI, 65). – 2) ohne Irrthum, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἀπλανής: -ές, ὁ μὴ πλανώμενος, σταθερός, ἑδραῖος, Πλάτ. Πολιτ. 288A, κ. ἀλλ.· μετὰ γεν., ἀπλανὲς ἀπειργάσατο κινήσεων, κατέστησεν αὐτὸ μὴ ὑποκείμενον εἰς κινήσεις, ὁ αὐτ. Τίμ. 34A 2) ἐν τῇ ἀστρονομ. ἐπὶ ἀστέρων, ἀπλανεῖς ἀστέρες, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς πλανήτας, αὐτόθι 40B, πρβλ. Ἀριστ. Μετεωρ. 1. 6, 11, Μεταφ. 11. 8, 10, Ἄρατ. 461, Ἀνθ. Π. 9. 25. ΙΙ. ἐπὶ γραμμῶν, εὐθεῖα, ἀπλανέος γραμμῆς ἡγεμὼν κανὼν Ἀνθ. Π. 6. 65. ΙΙΙ. ὁ μὴ πλανώμενος, ὁ μὴ σφαλλόμενος, Σέξτ. Ἐμπ. πρὸς Μ. 7. 195, κτλ.: ― Ἐπίρρ. -νῶς, χωρὶς νὰ ἀποπλανηθῇ τις, Μάξ. Τύρ. 5. 2: ἀκριβῶς, μετ’ ἀκριβείας, Ἀλκίφρ. 3. 59.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
fixe, stable ; τὰ ἀπλανῆ les étoiles fixes.
Étymologie: ἀ, πλανάω.

Spanish (DGE)

(ἀπλᾰνής) -ές
I 1fijo, estable, inmóvil de un vehículo εἶδος κτημάτων ... πολυπλανὲς καὶ ἀπλανές una clase de posesiones mueble e inmueble Pl.Plt.288a
c. gen. ἀπλανὲς ἀπηργάσατο ἐκείνων (κινήσεων) (al mundo) lo constituyó fijo con respecto a aquellos (movimientos) Pl.Ti.34a.
2 astr. fijo, que no se mueve οὐρανός Eudem.65 (= Archyt.A 24), ἡ ἀ. σφαῖρα Corp.Herm.2.6
ἀ. ἀστέρες las estrellas fijas op. los planetas περὶ τῶν ἀ. tít. en Anaximand.A 2 (= Sud.), cf. A 11 (= Hippol.Haer.1.6), Parm.A 40 (= Arat.Comm.318.16), Emp.A 54 (= Placit.2.13.11), Democr.B 5.2, Arist.Mete.343b9, Metaph.1073b19, Arat.461, AP 9.25 (Leon.), Ph.2.500
τὰ ἀ. (ἄστρα) Plu.2.746a, τὰ μὲν ἀπλανέα τῶν ἄστρων las estrellas fijas Aristarch.Sam. en Archim.Aren.1 (p.135).
3 que no se desvía, recto de la línea de un escrito AP 6.65 (Paul.Sil.), ὁδός del conocimiento, Ph.2.214.
II 1inconmovible, que no puede ser movido o alterado θεωρία Epicur.Ep.[4] 128, διάνοια Ph.2.545, μοῖρα Ph.1.534.
2 infalible τὸ πρὸς διάγνωσιν τοῦ ἀληθοῦς ἀπλανές S.E.M.7.195, ἄσκησις Longin.2.2
fig. de los ojos de Hera, Nonn.D.3.269, 9.133.
III adv. -ῶς
1 sin desviación Max.Tyr.34.2.
2 infaliblemente ἀ. εἰδέναι Alciphr.3.23.5.

Greek Monolingual

-ές (AM ἀπλανής) πλανώμαι
1. αυτός που δεν κινείται, σταθερός
2. αστρον. (για αστέρια) αυτός που διατηρεί σταθερή θέση μέσα στο στερέωμα
μσν.
εκείνος που δεν πέφτει σε πλάνη, ο αλάνθαστος.

Greek Monotonic

ἀπλᾰνής: -ές,
I. αυτός που δεν πλανιέται, σταθερός, αμετακίνητος, σε Πλάτ.· λέγεται για τους αστέρες, σταθεροί, ακίνητοι, αντίθ. προς το πλανῆται, στον ίδ., σε Ανθ.
II. λέγεται για γραμμή, ευθεία, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ἀπλᾰνής:
1) не блуждающий, неподвижный (ἄστρα Plat., Arst.; ἀστέρες Plut.);
2) не отклоняющийся, прямой (γραμμή Anth.): ἀ. τινος Plat. не отклоняемый чем-л;
3) безошибочный, непогрешимый Sext.

Middle Liddell


I. not wandering, steady, fixed, Plat.:—of stars, fixed, opp. to πλανῆται, Plat., Anth.
II. of a line, straight, Anth.