Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀποστροφή

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀποστροφή Medium diacritics: ἀποστροφή Low diacritics: αποστροφή Capitals: ΑΠΟΣΤΡΟΦΗ
Transliteration A: apostrophḗ Transliteration B: apostrophē Transliteration C: apostrofi Beta Code: a)postrofh/

English (LSJ)

ἡ,
A turning back, X.Eq.9.6; ἀποστροφὴ νώτων Max. Tyr.9.8; ἀποστροφὴν λαμβάνειν = make a bend, of a stream, Plu.Luc.27, cf. Luc.Hipp.2.
2 twisting, ὄρχεων ἀποστροφαί Trag.(Satyr.) Oxy. 1083.10.
II turning away from, escape, refuge, c. gen., τύχης, κακῶν, A.Pr.769, E.Fr.444; ζημίας Id.Med.1223.
2 resort, recourse, Hdt.8.109, Th.4.76; ἥκει βίου τελευτὴ κοὐκέτ' ἔστ' ἀποστροφή S.OC 1473, cf. E.Med.603; οὐκ ἔχων ἀποστροφήν D.4.8, cf. Hyp.Dem.Fr.5; in plural, Antip.Stoic.3.255: c. gen. objecti, οὔ σφί ἐστι ὕδατος οὐδεμία ἄλλη ἀποστροφή = no other means for getting water, Hdt.2.13; so σωτηρίας ἀποστροφή Th.8.75; βίου Luc.DMeretr.6.1; ἀποστροφὴ τοῦ δήμου ποιεῖσθαι = secure a refuge with .., Philostr.VS2.1.4.
III Rhet., apostrophe, when one turns away from all others to one, and addresses him specially, Phld.Lib.p.11O., Quint.Inst.9.2.38, Longin.16.2, Hermog.Inv.4.4, Id.1.10(pl.), Phoeb. Fig.1.1, Alex.Fig.1.20.
IV aversion, Plot.1.1.1; opp. ἐπιθυμία, Simp. in de An.15.36; γευμάτων Aret.SD2.6; σιτίων Gal.11.261; ὀσμῆς Gp.12.39.8.
V diversion, amusement, Plu.2.133b(pl.).
VI elision, A.D.Pron.46.1(ubi leg. ε).
VII = προδοσία, Hsch.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 328] ἡ, 1) das Abwenden, Xen. Equ. 9, 6; ῥεύματος ἐπί τι Plut. Lucull. 27; τύχης Aesch. Prom. 771. – 2) das Sich abwenden, dah. Flucht, Plut. Alc. 14 τινός; Zufluchtsort, Zuflucht, οὐκέτ' ἔστι Soph. O. C. 1471; vgl. Xen. Cyr. 5, 2, 23 An. 2, 4, 22 u. öfter; c. gen., ὕδατος, Ausweg, Wasser zu bekommen, Her. 8, 109; σωτηρίας, Aussicht auf Rettung, Thuc. 8, 75; οὐδεμιᾶς ἔτ' ἐνούσης τοῦ μὴ ὑμᾶς ἔχειν τὰ χρήματα Dem. 24, 9; – βίου, Lebensrettung, Luc. D. Mer. 6. – 3) Bei den Rhetoren die Figur, daß man eine Person anredet, s. Quinctil. 9, 2, 38.

Greek (Liddell-Scott)

ἀποστροφή: ἡ, (ἀποστρέφομαι), ἡ πρὸς τὰ ὀπίσω στροφή, Ξεν. Ἱππ. 9. 6· ἀποστροφὴν λαμβάνειν, στρέφεσθαι, ῥέειν πρὸς ἄλλο μέρος, ἐπὶ ποταμοῦ, τοῦ δὲ ῥεύματος ἀποστροφὴν λαμβάνοντος ἐπὶ τὰς δύσεις Πλουτ. Λούκουλλ. 27. ΙΙ. τὸ στρέφεσθαι μακρὰν ἀπό..., ἐκφυγή, διαφυγή, μετὰ γεν., τύχης κακῶν Αἰσχύλ. Πρ. 769, Σοφ. Ἀποσπ. 684· ζημίας Εὐρ. Μήδ. 1223. 2) καταφύγιον, Ἡρόδ. 8. 109, Θουκ. 4. 76· ἥκει βίου τελευτὴ κοὐκέτ’ ἔστ’ ἀπ. Σοφ. Ο. Κ. 1473, πρβλ. Εὐρ. Μήδ. 603· οὐκ ἔχων ἀπ. Δημ. 42. 2: ― μετὰ γεν. ἀντικειμ., οὔ σφί ἐστι ὕδατος οὐδεμία ἄλλη ἀπ., οὐδὲν ἕτερον μέσον ὅπως προμηθευθῇ τις ὕδωρ, Ἡρόδ. 2. 13· οὕτω, σωτηρίας ἀπ. Θουκ. 8. 75· βίου Λουκ. Ἑταιρ. Διάλ. 6.1· ἀπ. τοῦ δήμου, βοήθεια παρ’ αὐτοῦ, Φιλόστρ. 549. ΙΙΙ. παρὰ τοῖς ῥήτορσιν ἀποστροφὴ εἶναι τὸ σχῆμα καθ’ ὅ ὁ ἀγορεύων στρέφει τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ γενικοῦ εἰς τὸ μερικὸν καὶ ἀποτείνει αὐτὸν εἰς ἕνα μόνον ἰδιαιτέρως, Λογγῖν. 16. 2, Κυϊντιλιαν. 9. 2, 38.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
I. tr. 1 action de détourner : ποταμοῦ LUC, ῥεύματος PLUT un fleuve, un cours d’eau ; fig. ἀπ. τύχης ESCHL action de détourner (de soi) un malheur;
2 action de détourner pour soi, de se procurer : ὕδατος HDT de l’eau ; fig. σωτηρίας THC le salut;
II. intr. action de se détourner, particul. :
1 action de s’enfuir;
2 action de se détourner avec répugnance de, gén.;
3 fig. action de se distraire, distraction;
4 action d’échapper à, recours contre;
III. lieu où l’on se détourne, où l’on se réfugie, asile.
Étymologie: ἀποστρέφω.

Spanish (DGE)

-ῆς, ἡ
I c. idea de regreso al punto de partida
1 vuelta atrás, retirada de c. gen. obj. νώτων ἀ. Max.Tyr.3.8
abs. de escuadrones de caballería ante el enemigo, Ascl.Tact.7.2, cf. Philostr.VA 6.21.
2 giro, curva c. gen. subjet. ἀποστροφὴ τοῦ ποταμοῦ Luc.Hipp.2
abs. τοῦ δὲ ῥεύματος ἀποστροφὴν λαμβάνοντος Plu.Luc.27, cf. X.Eq.9.6.
II c. idea de alejamiento
1 desvío, escape c. gen. οὐδ' ἔστιν αὐτῷ τῆσδ' ἀποστροφὴ τύχης A.Pr.769
abs. escape, refugio, salvación ἵνα ἔχῃ ἀποστροφήν Hdt.8.109, κοὐκέτ' ἔστ' ἀ. S.OC 1473, ἀποστροφὴν ἐποιοῦντο τὸν Ἀθηναίων δῆμον se hacían un refugio del pueblo de los Atenienses Philostr.VS 549, cf. Th.4.76, E.Med.603, Isoc.Ep.2.18, X.Mem.2.9.5, D.4.8, Hyp.Dem.Fr.4.19, Antip.Stoic.3.255, I.AI 19.131
fig. recurso c. gen. obj. οὐ γὰρ δή σφι ἔστι ὕδατος οὐδεμία ἄλλη ἀποστροφή = no tienen ningún otro recurso para (obtener) agua Hdt.2.13, ἀποστροφὴ σωτηρίας Th.8.75, ἀποστροφὴ βίου Luc.DMeretr.6.1.
2 desviación c. gen. obj. τοῦ λόγου Chrysipp.Stoic.3.130, ἀποστροφὴ τοῦ ὄντος Porph.Sent.40, ἀποστροφὴ σιτίων Gal.11.261, ἀποστροφὴ γευμάτων Aret.SD 2.6.2, ἀποστροφὴ ὀσμῆς Gp.12.39.8
abs. op. ἐπιθυμίαι Plot.1.1.1, Simp.in de An.15.36
fig. tradición Hsch.
3 fig. evasión, diversión, entretenimiento οἱ δὲ φιλόλογοι ... ἀποστροφὰς ἔχουσιν Plu.2.133b.
III 1ret. apóstrofe Sud.s.u. Γοργίας (= Gorg.A 2), Quint.Inst.9.2.38, Longin.16.2, Hermog.Inu.4.4, 1.10, Phoeb.Fig.1.1, Alex.Fig.1.20, Mart.Cap.5.523, Fortunat.Rh.112.22.
2 gram. elisión ἀ. τοῦ μ̅ A.D.Pron.46.1
apóstrofo, Gramm.Pap.14.16.

Greek Monolingual

η (AM ἀποστροφή αποστρέφω
σχήμα λόγου κατά το οποίο ο ομιλητής ή ο συγγραφέας απευθύνεται σε πρόσωπα νεκρά ή απόντα, σε ζώα, πράγματα ή και αφηρημένες έννοιες
μσν.- νεοελλ.
αποφυγή κάποιου, απέχθεια, αντιπάθεια
μσν.
1. κατεύθυνση, πορεία
2. κατεύθυνση προς τον ενάρετο βίο, ψυχική σωτηρία
3. έλεγχος, κατσάδα
αρχ.-μσν.
επιστροφή
αρχ.
1. (για ποτάμια) ροή προς το άλλο μέρος
2. εκφυγή, διαφυγή
3. διασκέδαση, ψυχαγωγία.

Greek Monotonic

ἀποστροφή: ἡ (ἀποστρέφομαι)·
I. στροφή προς τα πίσω, σε Ξεν.· ἀποστροφὴν λαμβάνειν, στρέφομαι, ρέω προς άλλο μέρος, λέγεται για ποταμούς, σε Πλούτ.
II. 1. στροφή μακριά από, αποφυγή, διαφυγή από κάτι, με γεν., σε Αισχύλ., Ευρ.
2. καταφύγιο, βοήθημα, σε Ηρόδ.· με γεν. αντικ., ὕδατος ἀποστροφή, απόθεμα ύδατος, υδάτινοι πόροι ή μέσα άντλησης νερού, στον ίδ.· σωτηρίας ἀποστροφή, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἀποστροφή:
1) поворот, поворачивание (αἱ πυκναὶ ἀποστροφαί, sc. τῶν ἵππων Xen.);
2) отведение (ῥεύματος ἐπί τι Plut.);
3) предотвращение, избавление (τύχης Aesch.; κακῶν Soph.);
4) способ, средство (σωτηρίας Thuc.): ὕδατος ἀ. Her. способ достать воду;
5) прибежище, спасение (οὐκέτ᾽ ἔστι ἀ. Soph.; ἑτέραν οὐκ ἔχειν ἀποστροφήν Plut.; βίου Luc.);
6) отпадение, отделение (τῶν Σπαρτιατῶν ἀποστροφὴν ζητεῖν Plut.);
7) отвлечение (ἀπόψεις καὶ ἀποστροφαί Plut.);
8) рит. апострофа (личное обращение) Quint.;
9) грам. апострофа (опущение конечной гласной).

Middle Liddell

[ἀποστρέφομαι]
I. a turning back, Xen.; ἀποστροφὴν λαμβάνειν to have one's course turned, Plut.
II. a turning away from, an escape from a thing, c. gen., Aesch., Eur.
2. a resort, resource, Hdt.:—c. gen. objecti, ὕδατος ἀπ. a resource or means for getting water, Eur.; σωτηρίας ἀπ. Thuc.

English (Woodhouse)

ἀποστροφή = avenue of escape, means of escape, place of refuge, way of escape

⇢ Look up "ἀποστροφή" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)

Wikipedia EN

Apostrophe (Greek ἀποστροφή, apostrophé, "turning away"; the final e being sounded) is an exclamatory figure of speech. It occurs when a speaker breaks off from addressing the audience (e.g. in a play) and directs speech to a third party such as an opposing litigant or some other individual, sometimes absent from the scene. Often the addressee is a personified abstract quality or inanimate object. In dramatic works and poetry written in or translated into English, such a figure of speech is often introduced by the vocative exclamation, "O". Poets may apostrophize a beloved, the Muses, God or gods, love, time, or any other entity that can't respond in reality.

Translations

ar: مناجاة; be_x_old: апастрофа; ca: apòstrofe; cs: apostrofa; de: Apostrophe; el: αποστροφή; en: apostrophe; eo: retorika alparolo; es: apóstrofe; eu: apostrofe; fi: apostrofi; fr: apostrophe; gl: apóstrofe; hr: apostrofa; it: apostrofe; ja: 頓呼法; mk: апострофа; nl: apostrof; nn: apostrofe; pl: apostrofa; pt: apóstrofe; ru: апострофа; sh: apostrofa; sk: apostrofa; sl: apostrofa; sq: apostrofa; sr: апострофа; sw: ritifaa; uk: апострофа; uz: apostrofa