Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀπόλυτος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀπόλῠτος Medium diacritics: ἀπόλυτος Low diacritics: απόλυτος Capitals: ΑΠΟΛΥΤΟΣ
Transliteration A: apólytos Transliteration B: apolytos Transliteration C: apolytos Beta Code: a)po/lutos

English (LSJ)

ον, A loosed, free, Plu.2.426b; ἀ. ψυχαί souls at large before being embodied, Porph. ap.Stob.1.49.40; ἀ. θεοί Dam.Pr.351, cf. Procl.inCra.p.74 P. 2 absolute, unconditional, Arr.Epict.2.5.24, S.E.M.8.273, Plot.6.1.18 and 22. Adv. -τως S.E.M.8.161, Men.Rh.p.434 S., Lyd.Mens.4.7; opp. κατὰ σχέσιν, Procl.in Prm.p.733 S. 3 τὸ ἀ. the positive degree of comparison, Hdn.Fig.p.85 S., Sch.Ar.Av.63. 4 ἀ. χάραγμα independent coinage of Alexandria, Just.Edict.11, POxy. 1448 (vi A. D.). 5 Rhet., unfinished, μερισμός, e.g. μέν not folld. by δέ, Hermog.Id.2.7. b ἀ. χαρακτήρ loose, unconstrained style, Aphth.Prog.11. 6 Medic., = ἀπολελυμένος (ἀπολύω c. 11.1), Heliod. ap. Orib.46.14.2, Ruf.Syn.Puls.3.4. Adv. -τως ib.5.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 313] abgelös't, befreit, Sp.; absolut, Sp. Philo sophen; bei den Gramm. ist τὸ ἀπ. der Positiv.

Greek (Liddell-Scott)

ἀπόλυτος: -ον, ἀπολελυμένος, ἐλεύθερος, Πλούτ. 2. 4, 26Β· ἀπ. ψυχαὶ, ψυχαὶ ἐλεύθεραι πρὸ τῆς ἐνσωματώσεως, Πορφ. ἐν Στοβ. Ἐκλογ. 1. 380. 2) παρὰ μεταγεν. φιλοσοφ. συγγραφεῦσι, ἀπόλυτος, ἄνευ ὅρων καὶ περιορισμῶν, ἀντίθετον τῷ πρός τι, Σέξτ. Ἐμπ. Μ. 8. 273: ― Ἐπίρρ. -τως, αὐτόθι 161. 3) τὸ ἀπ., ὁ θετικὸς βαθμὸς παραθέσεως, Τιμαίου Λεξ. Πλάτ.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 affranchi, absous;
2 achevé, accompli.
Étymologie: ἀπολύω.

Spanish (DGE)

-ον
I 1suelto, no ligado ψυχή del alma aún no encarnada, Porph. en Stob.1.49.40, θεοί Dam.in Prm.351
de un estilo suelto, no forzado Aphth.Prog.11.
2 cortado, separado ὀστάρια Heliod. en Orib.46.14.2, τὸ ὀξὺ καὶ παράμηκες (τῆς καρδίας) Ruf.Syn.Puls.3.4
ret. inacabado μερισμός Hermog.Id.2.7 (p.362).
3 independiente ref. a los dioses, Plu.2.426b
de una emisión de moneda, Iust.Edict.11.2, POxy.144.8 (VI d.C.), PLond.1807.7 (VII d.C.), PAnt.205.16 (VII d.C.)
de pers., c. gen. κοινωνίας del trato social M.Ant.10.24
gram. independiente, absoluto de una persona usada sin oposición a otra, A.D.Pron.81.28
subst. τὸ ἀ. grado positivo de la comparación Hdn.Fig.p.85, Sch.Ar.Au.63
fil. absoluto, no relativo del hombre, Arr.Epict.2.5.24, de cosas o acciones no subordinadas a otras, S.E.M.8.273, Plot.6.1.18.
II adv. -ως
1 de modo independiente, separadamente ἀ. κεῖσθαι Ruf.Syn.Puls.3.5.
2 de manera absoluta, absolutamente νοεῖσθαι S.E.M.8.161, 394, μεμνῆσθαι Lyd.Mens.4.7, κατηγορεῖσθαι Gr.Nyss.Comm.Not.p.20, εἰπεῖν Gr.Nyss.Eun.1.570, cf. Origenes Io.2.5 (p.59), Eus.E.Th.2.14 (p.114), Basil.M.31.1121B, Leont.Byz.M.86.1920B.

Greek Monolingual

-ή, -ό (ἀπολυτός, -ή, -όν) απολύω
μσν.- νεοελλ.
ελεύθερος, αδέσμευτος
νεοελλ.
Ι. ανεπιτήρητος, απαρακολούθητος, ασύδοτος
II. το αρσ. ως ουσ.
1. η έξοδος των μελισσών από την κυψέλη
2. η αναβλάστηση κλαδιού ενός δέντρου
III. το ουδ. ως ουσ.
1. είδος λαϊκού τραγουδιού και χορού
2. ύφασμα με αραιή ύφανση
μσν.
(για οικισμό) ανοιχτός, ατείχιστος.
-η, -ο (AM ἀπόλυτος, -ον) απολύω
αυτός που γίνεται αποδεκτός χωρίς όρους ή περιορισμούς και ισχύει χωρίς εξαιρέσεις
νεοελλ.
1. μη εξαρτώμενος από άλλον, πλήρης, ολοκληρωμένος, αυθύπαρκτος («απόλυτη ελευθερία», «απόλυτη εξουσία»)
2. αυτός που δεν δέχεται τροποποίηση των απόψεων ή των πεποιθήσεων του («δεν παίρνει κουβέντα, είναι απόλυτος»)
3. φρ. α) «απόλυτα αριθμητικά» — λέξεις που απλώς δηλώνουν τους αριθμούς (ένα, δύο, τρία κ.λπ.)
β) «απόλυτη σύνταξη» — μετοχές ή απαρέμφατα της αρχ. Ελληνικής που δεν βρίσκονται σε άμεση εξάρτηση από τους λοιπούς όρους της πρότασης
γ) «απόλυτη τιμή», «απόλυτη υγρασία»
αρχ.
αδέσμευτος, ελεύθερος.

Russian (Dvoretsky)

ἀπόλῠτος:
1) освобожденный, свободный (ἀ. καὶ ἐλεύθερος Plut.);
2) безотносительный, абсолютный: οὐκ ἀ., ἀλλὰ πρός τι Sext. не абсолютный, а относительный.