Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀφετήριος

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀφετήριος Medium diacritics: ἀφετήριος Low diacritics: αφετήριος Capitals: ΑΦΕΤΗΡΙΟΣ
Transliteration A: aphetḗrios Transliteration B: aphetērios Transliteration C: afetirios Beta Code: a)feth/rios

English (LSJ)

α, ον, (ἀφίημι) A for letting go, ἀ. ὄργανα engines for throwing stones, etc., J.BJ3.5.2, cf. 5.6.3. 2 ἀφετηρία (sc. γραμμή), ἡ, starting-point of a race, CIG2758iiiD7 (Aphrodisias), Sch.Ar.Eq.1156: hence ἀ. Διόσκουροι, whose statues adorned the race-course, Paus.3.14.7; ἀ. ἕρμα AP9.319 (Philox.): metaph., ἀφετήριον πρὸς μάθησιν S.E.M.1.41; ἀ. ἡ ῥητορική Phld.Rh.1.223S. 3 ἀφετηρία· ἀρχή, ἡγεμονία, Hsch. 4 ἀφετήριον (sc. πλοίων), τό, outlet of a harbour, Str.11.2.4. 5 gate of a sluice, PLond.3.1177.291 (ii A.D.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 409] 1) zum Loslassen, Abschießen, ὄργανα, Schleudermaschinen. Suid. – 2) zum Entlassen gehörig, Διόσκουροι, die an der ἀφετηρία, an den Schranken, standen, Paus. 3, 14; Ἑρμῆς ἀφετήριον ἕρμα Philox. ep. (IX, 319); τὸ ἀφετήριον, der Hafen, als Platz zum Auslaufen, Strab. XI p. 494.

Greek (Liddell-Scott)

ἀφετήριος: -α, -ον, (ἀφίημι) κατάλληλος πρὸς τὸ ἐκρίπτειν τι, κτλ.· ἀφ. ὄργανα, μηχαναὶ πρὸς τὸ ἐκρίπτειν λίθους, κτλ. Ἰωσήπ. Ἱ. Πόλ. 3. 5, 2, πρβλ. 5. 6, 3. 2) ἀφετηρία (ἐνν. γραμμή), ἡ ὕσπληγξ, βαλβίς, ἄφεσις, δηλ. τὸ μέρος ὅθεν ἀφίενται οἱ σταδιοδρόμοι (Πολυδ. Γ΄, 147), Συλλ. Ἐπιγρ. 2758. ΙΙΙ. Δ. 7. Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Ἱππ. 1156, πρβλ. Συνές. 161C: ― ἐντεῦθεν, ἀφ. Διόσκουροι, ὧν τὰ ἀγάλματα ἐκόσμουν τὸ στάδιον. Παυσ. 3. 14. 7, πρβλ. Ἀνθ. Π. 9. 319: ― μεταφ., ἀφετήριον πρὸς μάθησιν Σεξτ. Ἐμπ. π. Μ. 1. 41. 3) τὸ ἀφετήριον (ἐνν. πλοίων), ἡ ἔξοδος λιμένος, Στράβ. 494· πρβλ. ἀφετὸς ΙΙ.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
I. qui sert à lancer (des projectiles);
II. qui concerne le lieu d’où les chars ou les chevaux s’élancent dans la carrière ; p. suite qui préside à l’entrée de la carrière (ép. des Dioscures, dont les statues se trouvaient à l’entrée du stade) ; subst. ἡ ἀφετηρία (γραμμή) entrée de la carrière, ligne de départ ; τὸ ἀφετήριον lieu d’embarquement, port.
Étymologie: ἀφετήρ.

Spanish (DGE)

-α, -ον
I 1concr. disparador, de lanzamiento ἀφετήριον ὄργανον catapulta I.BI 3.80, cf. 211, 285, μηχαναί I.BI 3.166.
2 en las carreras propio de la salida, de salida ἀφετήριοι Διόσκουροι estatuas de los Dioscuros situadas en la salida Paus.3.14.7, ἕρμα AP 9.319 (Philox.).
II subst. ἡ ἀ.
1 salida en las carreras CIG 2758 III D.7 (Afrodisias, imper.), Sch.Ar.Eq.1159.
2 cauce, canal, PLond.1177.291 (II d.C.), POxy.2146.6 (III d.C.), Hippol.Haer.5.21.10.
3 inicio del debate, Mac.Mgn.Apocr.3.23
ἀφετηρία· ἀρχή, ἡγεμονία Hsch.
III subst. τὸ ἀ. punto de partida pred. (Εὐφράτην) ἀφετήριον εἰς τὴν βασιλέως γῆν Charito 5.1.3
esp. punto de partida o base de expediciones navales ἄριστον δ' ἀφετήριον τοῦτο τὸ χωρίον ἐστὶν ἐπὶ τὰς ... νήσους Str.5.2.6, cf. 11.2.4
fig. punto de partida, inicio τῶν τέχνων εἶναι ... ἀ. τὴν ῥητορικήν Phld.Rh.1.223, (γραμματική) οἷον ἀφετήριον πρὸς τὴν τῶν ἄλλων μάθησιν S.E.M.1.41.

Greek Monotonic

ἀφετήριος: -α, -ον (ἀφίημι), κατάλληλος να φύγει ή να ξεκινήσει αγώνα· ἀφετήριοι Διόσκουροι, που τα αγάλματά τους στέκονταν στο σημείο εκκίνησης, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ἀφετήριος: (ᾰ) пускающий или побуждающий (πρὸς τὴν μάθησιν Sext.): ἀφετήριον ἕρμα Anth. бюст Гермеса на ристалище (как покровителя состязаний).

Middle Liddell

ἀφίημι
for letting go or starting for a race: ἀφ. Διόσκουροι whose statues stood at the starting place, Anth.