Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄλφιτον

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἄλφῐτον Medium diacritics: ἄλφιτον Low diacritics: άλφιτον Capitals: ΑΛΦΙΤΟΝ
Transliteration A: álphiton Transliteration B: alphiton Transliteration C: alfiton Beta Code: a)/lfiton

English (LSJ)

τό, A barley-groats, sg. in Hom. only in phrase ἀλφίτου ἀκτή Il.11.631, Od.2.355, 14.429, and Medic., Gal.6.507: elsewh. in pl. ἄλφιτα, opp. ἀλείατα, q. v., ἄ. μυελὸν ἀνδρῶν Od.2.290, al., Hdt.7.119, freq. in Att.; used to sprinkle over roast meat, Il.18.560, cf. Od. 14.77; esp. over sacrificial victims, Od.14.429: ἐπ' ἀλφίτου πίνειν = to drink wine with barley-groats in it, Epin.1:—of this was made a kind of barley-water, πιεῖν ἄλφιτα Hp.Epid.5.10; also, poultices, Dsc.4.87: also used as hair-powder by κανηφόροι, Hermipp.26. II generally, meal, groats, ἄλφιτα πύρινα Hp.Acut.(Sp.)53; ἄλφιτα φακῶν καὶ ὀρόβων Id.Int.23; even λίθοιο ἄλφιτα Orph.L.212. III metaph., one's daily bread, 'bread and cheese', Ar.Pl.219, Nu.106, etc.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 112] τό, gew. im plur., Gerstengraupe, Gerstenmehl, u. daraus bereitetes Brot; Xen. Mem. 2, 7, 5 von ἄρτος unterschieden. Bei Hom. überall Gerstenmehl; Od. 20, 108 ἔνθ' ἄρα οἱ μύλαι εἴατο, τῇσιν δώδεκα πᾶσαι ἐπερρώοντο γυναῖκες ἄλφιτα τεύχουσαι καὶ ἀλείατα, μυελὸν ἀνδρῶν, 119 ἄλφιτα τευχούσῃ, Iliad. 11, 631 ἀλφίτου ἱεροῦ ἀκτήν vgl. mit 640 ἐπὶ δ' ἄλφιτα λευκὰ πάλυνεν, Apoll. lex. Hom. 23, 4 ἀλφίτου ἀκτήν περιφραστικῶς αὐτὸ τὸ ἄλφιτον, ἀπὸ τοῦ κατάγνυσθαι τὴν κριθήν, also gen. definitivus, 18, 560 λεύκ' ἄλφιτα πολλὰ πάλυνον, Od. 10, 520. 11, 28. 14, 77 ἐπὶ (ὁ) δ' ἄλφιτα λευκὰ παλύνειν (-ον, -εν), 14, 429 παλύνας ἀλφίτου ἀκτῇ, 10. 234 ἐν δέ σφιν τυρόν τε καὶ ἄλφιτα καὶ μέλι χλωρὸν οἴνῳ Πραμνείῳ ἐκύκα, 2, 290 ἄλφιτα, μυελὸν ἀνδρῶν, δέρμασιν ἐν πυκινοῖσιν, 2, 354 f. 380 ἐν δέ οἱ (μοι) ἄλφιτα χεῦεν (χεῦον) ἐυρραφέεσσι δοροῖσιν· (εἴκοσι δ' ἔστω μέτρα μυληφάτου ἀλφίτου ἀκτῆς), vgl. mit 19, 197 ἄλφιτα δῶκα καὶ αἴθοπα οἶνον; – Her. 7, 119 u. Folgende; eine der gewöhnlichsten Speisen; daher allgemein = Lebensunterhalt, Brot, τί δέ μ' ὠφελήσουσ' οἱ ῥυθμοὶ πρὸς τἄλφιτα, zum Broterwerb, Ar. Nub. 638; 107 πατρῷα ἄλφιτα väterliches Vermögen; ἱκανὰ ἄλφιτα παρὰ τῆς δικέλλης ἔχω Luc. Tim. 37; ἐς τὰ ἄλφιτα πονεῖν, für das Brot arbeiten, Gall. 1. – Orph. Lith. 212 ἄλφιτα λεπτὰ λίθοιο, Steinmehl.

Greek (Liddell-Scott)

ἄλφῐτον: τό, (ἴδε ἐν λ. ἀλφός) = ξεφλουδισμένη ἢ χονδροκοπανισμένη κριθή, Λατ. polenta· ἐν χρήσει παρ’ Ὁμ. καθ’ ἑνικὸν μόνον ἐν τῇ φράσει ἀλφίτου ἀκτή, κριθάλευρον, Ἰλ. Λ. 631, Ὀδ. Β. 355, Ξ. 429, καὶ ἐν Ἰατρ. συγγρ. (ἴδε κατωτέρω)· πρβλ. ἄλφι· - ἀλλαχοῦ κατὰ πληθ. ἄλφιτα, χόνδρος ἐκ κριθῆς, «πληγοῦρι» ἐκ κριθῆς, χονδροαλεσμένη κριθή, κατ’ ἀντίθ. πρὸς τὸ ἀλείατα, ἄλευρα (ἄλευρα ἐκ σίτου), Ὀδ. Β. 290 (ἔνθα ἔχει ἄλφιτα, μυελὸν ἀνδρῶν), Β. 354, Τ. 197, Ἡρόδ. 7. 119, καὶ συχν. παρ’ Ἀττ., δι’ αὐτῶν συνείθιζον, κατ’ ἔθος ἀρχαῖον, νὰ ἐπιπάσσωσι τὰ ὀπτὰ κρέατα, Ἰλ. Σ. 560, πρβλ. Ὀδ. Ξ. 77: ἰδίως τὰ κρέατα τῶν εἰς τοὺς θεοὺς προσφερομένων θυμάτων, Ὀδ. Ξ. 427, πρβλ. κριθή, οὐλαί, οὐλοχύται: ἐπ’ ἀλφίτου πίνειν = πίνειν οἶνον μετὰ χόνδρων κριθῆς ἐν αὐτῷ (πρβλ. ἀπαλφιτίζω, Ἐπίνικ. ἐν «Μνησιπτολέμῳ» 1): - Ἐκ τούτου τοῦ ἀλεύρου παρεσκευάζετο εἶδος ποτοῦ, «κριθαρόνερον», πιεῖν ἄλφιτον ἢ -τα, Ἱππ. 1142Ε, 1144D: ὡσαύτως καταπλάσματα, Διοσκ. 1. 88: προσέτι μετεχειρίζοντο τὰ ἄλφιτα αἱ Κανηφόροι ὡς ἐπίπασμα τῆς κόμης· πρβλ. Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 732, Ἕρμιππ. ἐν «Θεοῖς» 2. ΙΙ. καθόλου, πᾶν εἶδος ἀλεύρου ἢ χόνδρων, ἄλφ. πύρινα ἢ πυρῶν, ἄλφ. φακῶν καὶ ὀρόβων, Ἱππ., ἴδε Foës ἐν λ. ἔτι καὶ λίθοιο ἄλφιτα, Ὀρφ. Λιθ. 212. ΙΙΙ. μεταφ. ὁ ἄρτος, «ὁ ἐπιούσιος ἄρτος», τὸ ψωμί, Ἀριστοφ. Πλ. 219· πατρῷα ἄλφ., τὸ πατρικὸν «ψωμί», ὁ αὐτ. Νεφ. 107.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
I. 1 farine d’orge ; d’ord. au plur. ἄλφιτα aliments préparés avec de la farine d’orge ; moyens d’existence;
2 farine dont se servaient les κανηφόροι pour se saupoudrer;
3 farine en gén.
II. poudre, poussière (d’une pierre pulvérisée).
Étymologie: ἀλφός.

English (Autenrieth)

barley, in sing. only gen. ἀλφίτου ἀκτή, barley-meal; pl. ἄλφιτα, barley-groats or meal.

Spanish (DGE)

(ἄλφῐτον) -ου, τό
• Alolema(s): αὔφιτος ICr.4.145.8 (V/IV a.C.)
1 harina o farro de cebada op. ἀλείατα: ἄλφιτα τεύχουσαι καὶ ἀλείατα Od.20.108, op. ἄλευρα Hdt.7.119, Arist.Pr.929b36, καὶ ἄλευρον καὶ ἄλφιτον καὶ κύαμον LXX 2Re.17.28, op. ἄρτος Com.Adesp.425, X.Mem.2.7.5, Gal.6.507, cf. PHib.121.47 (III a.C.), Poll.6.37
considerado como el alimento básico o artículo de primera necesidad ἄλφιτα, μυελὸν ἀνδρῶν Od.2.290, ὅσοις δικαίοις οὖσιν οὐκ ἦν ἄλφιτα a cuantas personas honradas no tenían que comer Ar.Pl.219, cf. Nu.106, οὐδὲ τὰ ἄλφιτα διαρκῆ ἔχοντες Luc.ITr.48, cf. Tim.37, Gall.1, I.BI 5.435, LXX Ru.2.14, junto c. otros alimentos esp. el vino ἄλφιτα δῶκα καὶ αἴθοπα οἶνον ... καὶ βοῦς Od.19.197, ἄλφιτά τε καὶ τἆλλα ἐπιτήδεια Th.8.100, cf. 3.49, LXX 1Re.25.18
formando una especie de papilla o en forma de gachas o κυκεών Il.11.640, Od.10.234, ὡς ἂν ἀλφίτων ποιήσωμαι κυκεῶνα Hippon.7.3, ἄλφιτον ὕδατι κολλήσας Emp.B 34, ἄλφιτα ἔπιε λεπτὰ ἐφ' ὕδατι Hp.Epid.5.10
espolvoreada sobre el asado Od.14.77
en la fórmula ἀλφίτου ἱεροῦ ἀκτὴν flor de sacra harina de cebada, Il.11.631, cf. Od.2.355, EM 970, caída sobre las cabezas de las canéforos, Hermipp.26, para usos mágicos ἄλφιτά τοι πρᾶτον πυρὶ τάκεται Theoc.2.18
pan de cebada LXX Iu.10.5.
2 harina gener. πύριψα ἄλφιτα Hp.Acut.(Sp.) 53.2, φακῶν καὶ ὀρόβων ... ἄλφιτα Hp.Int.23, κριθῶν ἢ πυρῶν Pl.Lg.849c, ἄρτον ἀλφίτων μὲν πυρίνων I.AI 3.252, cf. Hsch.
fig. ἄ. ... λίθοιο arena Orph.L.214.
3 cataplasma de cebada, Dsc.4.87.

Greek Monolingual

ἄλφιτον, το (Α)
(στον ενικό μόνο στον Όμηρο)
1. ξεφλουδισμένο ή χοντροκοπανισμένο κριθάρι
2. φρ. «ἀλφίτου ἀκτίς», κριθάλευρο
(συνήθως στον πληθυντικό) τὰ ἄλφιτα
3. χονδροκομμένο αλεύρι, πληγούρι (σε αντίθεση με τα ἀλείατα), με το οποίο συνήθιζαν να πασπαλίζουν τα ψητά κρέατα και κυρίως τών σφαγίων που πρόσφεραν ως θυσία στους θεούς
4. είδος ποτού που παρασκευαζόταν από το αλεύρι αυτό (πρβλ. την μπίρα)
5. κάθε είδος χοντρού αλευριού ή χόνδρου από καρπούς ή όσπρια
6. ο άρτος ο επιούσιος, το ψωμί του σπιτιού, το καθημερινό ψωμί
7. φρ. «ἐπ’ ἀλφίτου πίνω», ή «ἄλφιτα πίνω» πίνω κρασί που περιέχει χόνδρους από κριθάρι
8. στη Μυκηναϊκή η λέξη μαρτυρείται έμμεσα με το παράγωγο αλφίτεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἄλφιτα, πληθ. της λ. ἄλφι.
ΠΑΡ. αρχ. ἀλφιτεύς, ἀλφιτηρός.
ΣΥΝΘ. αρχ. ἀλφιταμοιβός, ἀλφιτοπώλης, ἀλφιτοσκόπος, ἀλφιτοφάγος, ἀλφιτόχρως
αρχ.-μσν.
ἀλφιτοποιός.

Greek Monotonic

ἄλφῐτον: τό (ἀλφός), ξεφλουδισμένο ή χοντροκοπανισμένο κριθάρι· ενικ. μόνο στη φράση ἀλφίτου ἀκτή, κριθάλευρο, Λατ. polenta, σε Όμηρ.· στον πληθ., ἄλφιτα, «πληγούρι» από κριθάρι, κριθάλευρα, αντίθ. προς το ἄλευρα, σε Όμηρ., Αττ.
II. μεταφ., ο «επιούσιος άρτος» κάποιου, σε Αριστοφ.· πατρῷα ἄλφιτα., το πατρικό ψωμί, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἄλφῐτον: τό тж. pl.
1) ячменная крупа или (тж. ἀλφίτου ἀκτή) мука Hom., Her., Xen., Plat.;
2) ячменная каша или похлебка, тж. ячменный хлеб Xen.;
3) перен. кусок хлеба, пропитание: ὠφελεῖν τινα πρὸς τἄλφιτα Arph. служить кому-л. для добывания куска хлеба; ἐς τὰ ἄλφιτα πονεῖν Luc. трудиться из-за куска хлеба; ἄλφιτα παρά τινος ἔχειν Luc. добывать себе пропитание, кормиться чем-л.;
4) состояние, имущество: πατρῷα ἄλφιτα Arph. отцовское добро.

Middle Liddell

ἀλφός
I. peeled or pearl-barley; sg. only in phrase ἀλφίτου ἀκτή, barley-meal, Lat. polenta, Hom.: in pl. ἄλφιτα, barley-groats, barley-meal, opp. to ἄλευρα, Hom., attic
II. metaph. one's daily bread, Ar.; πατρῶια ἄλφ. one's patrimony, Ar.

English (Woodhouse)

ἄλφιτον = barley meal, barley-meal

⇢ Look up "ἄλφιτον" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)