Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐμβαίνω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐμβαίνω Medium diacritics: ἐμβαίνω Low diacritics: εμβαίνω Capitals: ΕΜΒΑΙΝΩ
Transliteration A: embaínō Transliteration B: embainō Transliteration C: emvaino Beta Code: e)mbai/nw

English (LSJ)

fut. -βήσομαι: pf. -βέβηκα; Ep. part. ἐμβεβᾰώς, -υῖα, Il. 5.199, Hes.Th.12, etc.: aor. 2 ἐνέβην; Ep. 3sg. A ἔμβη Od.4.656; dual imper. ἔμβητον Il.23.403:—step in, μή τις . . ἐμβήῃ let none step in (so as to interfere), 16.94: c. dat., ποταμῷ οὐκ ἔστιν δὶς τῷ αὐτῷ ἐμβῆναι Heraclit.91; εἰς πηλόν Id.5; ἐμβέβακεν ἴχνεσιν πατρός Pi.P. 10.12. 2 go on, go quickly, ἔμβητον, says Antilochus to his horses, Il.23.403; ἔμβα advance! E.El.113 (lyr.). 3 embark on a ship, ἐρέται δ' ἐν ἑκάστη πεντήκοντα ἐμβέβασαν Il.2.720; τότε δ' ἔμβη νηΐ Πύλονδε Od.4.656, cf. Il.1.311; ἐς ἕτερον πλοῖον ἐ. (v.l. for ἐσβ-) Hdt.2.29, cf. Th.1.18 (v.l.), Lys.2.40, Pl.Mx.243c: c. acc., λέμβον ἐ. Plb.30.9.11: abs., embark, E.Tr.455 (troch.), Ar.Ra.188, etc.: generally, step into, mount, εἰς τὸ φορεῖον Plu.Galb.26: pf., to be mounted on, ἵπποισι καὶ ἅρμασιν ἐμβεβαῶτα Il.5.199; ἐπ' ἀπήνης ἐμβεβώς S.OT803: also c. acc., Τροίαν Ἰλιάδ' ἐμβεβαῶτα E.Hec.922 (lyr.); στέγην τήνδ' ἐμβεβῶτες Id.Cyc.92. 4 step upon, τῷ δ' ἐγὼ ἐμβαίνων Od.10.164; πεδίλοις ἐμβεβαυῖα Hes.Th.12; τοῖσδ' ἁλουργέσιν A.Ag.946; δαίμων ἐνέβη Περσῶν γενεᾷ trampled upon it, Id.Pers. 911 (anap.); μὴ' μβαινε τῷ δυστυχοῦντι Men.Mon.356: abs., tread on one's toes, Thphr.Char.15.6; cf. βοῦς viii. 5 enter upon, ἐς τόνδε χρησμόν dub. in A.Ag.1567; εἰς κίνδυνον X.Cyr.2.1.15: c. acc., ἐ. κέλευθον E.Supp.989 (lyr.). b metaph., enter upon, embark in, μεγαλανορίαις Pi.N.11.44; τῷ ἐπιτηδεύατι Pl.Phdr.252e; ἐν αὐτοῖς τοῖς δεινοῖς ἐμβεβηκώς embarked, engaged in... D.18.248; light upon, εἰς ἀρχήν τε καὶ τύπον τῆς δικαιοσύνης Pl.R.443c: abs., enter upon office, IG5(1).1390.31 (Andania). 6 rarely c. gen., step upon, νᾶος Alc.19; γῆς ὅρων S.OC400. 7 Poets, with acc. of the instrument of motion, ὄχοις . . ἐμβεβὼς πόδα S.Fr.672; ἐς ἄντλον ἐμβήσει (2sg.) πόδα E.Heracl.168. 8 to be fixed or fastened, κατά τι Il.24.81; to be fixed in, εἰς ἐμπυελίδας Hero Aut.2.3. 9 = ἐμβατεύω ΙΙ, SIG364.75 (Ephesus, iii B.C.). II causal in aor. 1 ἐνέβησα, make to step in, put in, ἐν δὲ τὰ μῆλα . . ἐβήσαμεν Od.11.4; δίφρον ἐμβῆσαί τινα E.Heracl.845, cf.Cyc.467; ἐ. τὰν ἀρχάν Schwyzer 485.9 (Thespiae, iii B.C.): metaph., ἐμβῆσαί τινα ἐς φροντίδα plunge him into anxiety, Hdt.1.46. III intr., step, march or dance, ὀρθῶς Pl. Alc.1.108c; πρὸς ῥυθμόν Luc.Salt.10.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 803] (s. βαίνω), 1) hineingehen, bes. νηΐ u. ἐν νηΐ, in ein Schiff, es besteigen, Od. 4, 656; ἐν ἑκάστῃ πεντήκοντα ἐμβέβασαν Il. 2, 720; εἰς ναῦς Her. 2, 29; Plat. Menex. 243 c; Lys. 2, 40; ohne Zusatz, Il. 5, 629; Ar. Ran. 188; Plat. Gorg. 511 e; Dem. 3, 4 u. sonst; auch τὸν λέμβον, Pol. 30, 9, 11; ἵπποισι – καὶ ἅρμασιν ἐμβεβαώς, der auf den Wegen gestiegen ist, Il. 5, 199, wie H. h. 31, 9; δίφροις Eur. Ph. 2; ἐπ' ἀπήνης ἐμβεβώς Soph. O. R. 803, auf dem Wagen stehend, vgl. βαίνω; κατ' ἀγραύλοιο βοὸς κέρας ἐμβεβαυῖα, darauf haftend, Il. 24, 81; γαστέρα ἑφθὴν ὑὸς ἐν ὄξει δριμεῖ καὶ σιλφίῳ ἐμβεβαῶσαν, darin liegend, Archestr. bei Ath. III, 101 c; – εἰς ποταμόν Plat. Crat. 401 a; εἰς θάλασσαν οὐκ ἐμβαίνοντες Lys. 2, 59, das Meer betreten, befahren. Auch γῆς δὲ μὴ μβαίνῃς ὅρων, Soph. O. C. 401; κέλευθον Eur. Suppi. 989; ἄξενον στέγην Cycl. 92; übertr., εἰς τόνδ' ἐνέβης (l. f. ἐνέβη) ξὺν ἀληθείᾳ χρησμόν Aesch. Ag. 1548, du gingst ein, thatest einen wahren Spruch; εἰς σκέψιν Plat. Legg. III, 686 c; εἰς τὴν εἰωθυῖαν δίαιταν Rep. III, 406 e; εἰς ἁρμονίαν, εἰς τύπον τινά, Ion 534 a Crat. 397 a; εἰς τὸν κίνδυνον Xen. Cyr. 2, 1, 15; ἐν αὐτοῖς τοῖς δεινοῖς καὶ φοβεροῖς ἐμβεβηκώς Dem. 18, 248; ἐὰν μὴ πρότερον ἐμβεβῶσι τῷ ἐπιτηδεύματι Plat. Phaedr. 252 e; – darauf treten, ἁλουργέσιν, auf Purpurdecken, Aesch. Ag. 920; τῷ δ' ἐγὼ ἐμβαίνων Od. 10, 164; χρυσέοισι πεδίλοις ἐμβεβαυῖαν Hes. Th. 12; übertr., wie insultare, ὠμοφρόνως δαίμων ἐνέβη Περσῶν γενεᾷ Aesch. Pers. 875. – 2) einherschr eiten; ὀρθῶς Plat. Alc. I, 108 c; ἴχνεσι πατρός Pind. P. 10, 12, vgl. N. 11, 44; ἔμβητον, geht vorwärts, Il. 23, 403, wie öfter ἔμβα, Eur. El. 113 Ar. Ran. 377; ἔμβα χώρει. Eccl. 478. – 3) dazwischentreten, mit der Nebenbdtg des Hinderns; Il. 16, 94. – Aor. I. hat die trans. Bdtg, hineinbringen, hineinführen; ἐν δὲ τὰ μῆλα λαβόντες ἐβήσαμεν Od. 11, 4; ἱκέτευσε ἐμβῆσαί νιν δίφρον Eur. Heracl. 845; Cycl. 467; εἰς φροντίδα, in Sorge versetzen, Her. 1, 46. – Anders ist ἐς ἄντλον ἐμβήσει πόδα Eur. Heracl. 168, vgl Soph. frg. 599, den Fuß hineinsetzen, mit dem Fuße hineingehen.

Greek (Liddell-Scott)

ἐμβαίνω: μέλλ. -βήσομαι: πρκμ. -βέβηκα, Ὁμηρικ. μετοχ. ἐμβεβαώς: ἀόρ. β΄ ἐνέβην, Ἐπ. γ΄ ἑνικ. ἔμβη, δυϊκ. ἔμβητον. Ἐπεμβαίνω, μή τις … θεῶν … ἐμβήῃ, ἐπέμβῃ, «ἐμποδίσῃ», (Σχόλ.), Ἰλ. Π. 94· ἐμβαίνω, εἰσέρχομαι, μετὰ δοτ., δὶς τῷ αὐτῷ ποταμῷ οὐκ ἔστιν ἐμβῆναι Ἡράκλειτ. παρ’ Ἀριστοτέλ. (μετὰ τὰ Φυσ. 3. 5, 18)· ἐμβέβακεν ἴχνεσιν πατρὸς Πινδ. Π. 10. 20. 2) προβαίνω, βαίνω ταχέως, τρέχω ταχέως, ἔμβητον, λέγει ὁ Ἀντίλοχος εἰς τοὺς ἵππους του, Ἰλ. Ψ. 403· ἔμβα, ἐμπρός, προχώρει, Εὐρ. Ἠλ. 113, 127· μετὰ συστοίχ. αἰτιατ., τήνδ᾿ ἐμβαίνουσα κέλευθον ὁ αὐτ. Ἱκ. 989· ἐμβαίνεσκες ἀταρπιτὸν Ἑλλ. Ἐπιγράμμ. 141. 3) εἰσέρχομαι εἰς πλοῖον, ἐπιβιβάζομαι, ἐμβαίνω, ἐρέται δ᾿ ἐν ἑκάστη πεντήκοντα ἐμβέβασαν Ἰλ. Β. 720· τότε δ᾿ ἔμβη νηῒ Πύλονδε Ὀδ. Δ. 656, πρβλ. Ἰλ. Α. 311· οὕτω καὶ ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ, εἰς ἕτερον πλοῖον ἐμβ. Ἡρόδ. 2. 29· ἐς τὰς νέας ὁ αὐτ. 5. 109, πρβλ. Θουκ. 1. 18, Λυσ. 194. 27· μετ᾿ αἰτ., λέμβον ἐμβ. Πολύβ. 30. 9, 11: ἀπολ., ἐπιβιβάζομαι εἰς πλοῖον, Εὐρ. Τρῳ. 455, Ἀριστοφ. Βάτρ. 188. κτλ.: ‒ καθόλου, εἰσέρχομαι, ἀναβαίνω, εἰς τὸ φορεῖον, Πλουτ. Γάλβ. 26· ἐν τῷ πρκμ., ἵπποισίν με κέλευε καὶ ἅρμασιν ἐμβεβαῶτα ἀρχεύειν Τρώεσσι, «ἐκέλευέ με τῶν ἵππων καὶ τῶν ἁρμάτων ἐπιβεβηκότα προηγεῖσθαι τοῖς Τρωσὶ» (Θ. Γαζῆς), Ἰλ. Ε. 199· ἐπ᾿ ἀπήνης ἐμβεβὼς Σοφ. Ο. Τ. 803· ὡσαύτως μετ᾿ αἰτ., Ἴλιον ἐμβεβὼς Εὐρ. Ἑκ. 922· στέγην τήνδ᾿ ἐμβεβῶτες ὁ αὐτ. Κύκλ. 92· ‒ πρόσκειμαι, εἶμαι προσηρμοσμένος, κατ᾿ ἀγραύλοιο βοὸς κέρας ἐμβεβαυῖα Ἰλ. Ω. 81. 4) πατῶ ἐπάνω εἴς τι, τῷ δ᾿ ἐγὼ ἐμβαίνων Ὀδ. Κ. 164· πεδίλοις ἐμβεβαυῖα Ἡσ. Θ. 12· τοῖσδ᾿ ἁλουργέσιν Αἰσχύλ. Ἀγ. 946· δαίμων ἐνέβη Περσῶν γενεᾷ, κατεπάτησε τὸ γένος τῶν Π., ὁ αὐτ. Πέρσ. 911· μή ᾿μβαινε τῷ δυστυχοῦντι Μένανδρ. ἐν Μονοστ. 356· πρβλ. βοῦς IV. 5) ἐπιλαμβάνομαι, ἐς τόνδ᾿ ἐνέβης ξὺν ἀληθείᾳ χρησμὸν Αἰσχύλ. Ἀγ. 1567· εἰς κίνδυνον Ξεν. Κύρ. 2. 1, 15· εἰς τύπον Πλάτ. Πολ. 443C, κτλ.· μετ᾿ αἰτ., ἐμβ. κέλευθον Εὐρ. Ἱκ. 989· μεταφ., ἐπιχειρῶ τί τινι Πινδ. Ν. 11, 57, Πλάτ. Φαίδ. 252Ε· ἐν αὐτοῖς τοῖς δεινοῖς καὶ φοβεροῖς βεβηκὼς Δημ. 309. 24. 6) σπαν. μετὰ γεν., πατῶ ἐπάνω εἴς τι, γῆς ὅρων Σοφ. Ο. Κ. 400 (πρβλ. ἐμβατεύω Ι). 7) παρὰ ποιητ., μετ᾿ αἰτ. τοῦ ὀργάνου κινήσεως (πρβλ. βαίνω Α. ΙΙ. 4)· ὄχοις... ἐμβεβὼς πόδα Σοφ. Ἀποσπ. 599· ἐς ἄντλον ἐμβήσει (βʹ ἑνικ.) πόδα Εὐρ. Ἡρακλ. 168. ΙΙ. μεταβατ. ἐν τῷ ἀορ. αʹ ἐνέβησα, ἐνεβίβασα, ἐν δὲ τὰ μῆλα λαβόντες ἐβήσαμεν Ὀδ. Λ. 4· ἐμβῆσαί νιν ἵππειον δίφρον Εὐρ. Ἡρακλ. 845, Κύκλ. 467· ἐμβῆσαί τινα εἰς φροντίδα Ἡρόδ. 1. 46· πρβλ. ἐμβιβάζω.

French (Bailly abrégé)

f. ἐμβήσομαι, ao.2 ἐνέβην, pf. ἐμβέβηκα, pf.2 ἐμβέβαα;
I. intr. 1 marcher dans ; entrer dans : γῆς ὅρων SOPH sur les frontières d’un pays ; particul. s’embarquer ; fig. ἐμβ. εἰς κίνδυνον XÉN se jeter dans un danger;
2 p. ext. s’avancer : ἔμβα EUR avance ; ἔμβητον IL allons, avancez;
3 au pf. être monté sur ou dans : ἵπποισι καὶ ἅρμασι IL sur des chevaux et des chars;
4 au pf. être engagé ou emboîté dans : ἐμβ. κατὰ κέρας IL fixé sur la corne (d’un bœuf) ; fig. ἐμβ. ἐν δεινοῖς DÉM être engagé dans de graves dangers;
5 marcher sur : ἁλουργέσιν ESCHL sur des tapis de pourpre ; fig. Περσῶν γενεᾷ ESCHL fouler aux pieds la race des Perses;
II. tr. au fut. ἔμβήσω et à l’ao. ἐνέβησα faire entrer dans : μῆλα OD embarquer un troupeau ; fig. ἐς φροντίδα HDT jeter dans l’inquiétude.
Étymologie: ἐν, βαίνω.

English (Autenrieth)

ipf. ἔμβαινον, aor. 2 ἔμβη, -ητον, subj. ἐμβήῃ, perf. part. ἐμβεβαῶτα, -υῖα, plup. ἐμβέβασαν: set foot in, step into or upon, mount, go on board; ἔμβη νηὶ Πύλονδε, ‘embarked for Pylos,’ Od. 4.656 ; μή τις θεῶν ἐμβήῃ, ‘come in thy way,’ Il. 16.94; Antilochus to his horses, ἔμβητον καὶ σφῶι, ‘go in!’ Il. 23.403; perf., stand upon (see βαίνω), ἵπποισιν καὶ ἅρμασιν ἐμβεβαῶτα, Il. 5.199; of the leaden sinker ‘mountedupon the horn guard of a fish-hook, Il. 24.81.

English (Slater)

ἐμβαίνω
   a tread in, follow upon c. dat., met. τὸ δὲ συγγενὲς ἐμβέβᾶκεν ἴχνεσιν πατρὸς Ὀλυμπιονίκα δὶς ἐν πολεμαδόκοις Ἄρεος ὅπλοις (P. 10.12)
   b follow after, embark upon c. dat., met., ἀλλ' ἔμπαν μεγαλανορίαις ἐμβαίνομεν, ἔργα τε πολλὰ μενοινῶντες (N. 11.44)

Spanish (DGE)

• Alolema(s): poét. ἐνιβ- A.R.4.288, TAM 3(1).700.9 (Termeso, imper.)
• Morfología: [aor. imperat. sg. ἔμβα E.El.113, du. ἔμβητον Il.23.403, eol. part. masc. nom. sg. ἔμβαις Alc.129.23; perf. part. masc. ἐμβεβαώς Il.5.199, Simon.141.2D., fem. ἐμβεβαυῖα Hes.Th.12, ἐμβεβαῶσα Archestr.SHell.192.8, dór. ἐμβεβακυῖα IG 5(1).1390.31 (Andania I a.C.), plusperf. 3a plu. ἐμβέβασαν Il.2.720]
A Iindic. el lugar ‘en donde’
1 c. mov. hacia arriba montar en, subirse a monturas o vehículos, c. dat. o giro prep. ἵπποισι ... καὶ ἅρμασιν ἐμβεβαώς Il.5.199, cf. h.Hom.31.9, χρυσοκολλήτοισιν ἐμβεβὼς δίφροις E.Ph.2, ἐπὶ πωλικῆς ... ἀπήνης S.OT 803, εἰς τὸ φορεῖον Plu.Galb.26, c. ac. int., en la expr. πόδα ἐμβαίνειν: ὄχοις Ἀκεσταίοισιν ἐμβεβὼς πόδα S.Fr.672, fig. τῷδε τάφῳ ... ἐμβεβαώς encaramado sobre esta tumba un león de piedra, Simon.l.c.
en cont. náut. embarcar en ἔμβη νηῒ Πύλονδε Od.4.656, ἐρέται δ' ἐν ἑκάστῃ (νεῶν) ... ἐμβέβασαν Il.2.720, cf. Agath.5.22.2, ἐς ἕτερον πλοῖον ἐμβάς Hdt.2.29 (v.l.), cf. Lys.2.40, Pl.Mx.243c, εἰς τὰ πλοῖα ἐμβαίνειν X.An.1.3.17, cf. An.5.6.12, D.50.40, Plb.1.27.1, D.P.Au.3.25, Eu.Marc.5.18, Plu.Them.10, raro c. ac. τὸν λέμβον Plb.30.9.11, ἡ ναῦς, ἧν ἐμβαίη Ἀπολλώνιος Philostr.VA 5.43, c. ac. int. en la expr. πόδα ἐμβαίνειν: ποῖ ποδ' ἐμβαίνειν με χρή; ¿dónde debo embarcar? E.Tr.455
abs. subir a la nave, embarcar ἐν δ' ἀρχὸς ἔβη ... Ὀδυσσεύς Il.1.311 (tm.), cf. Ar.Ra.188, X.Oec.8.8, D.3.4, Aen.Tact.29.12, AP 9.416 (Phil.), Luc.Cat.13, Ach.Tat.3.3.1, POxy.3979.16 (III d.C.)
fig. embarcarse en una acción o asunto, hacerse cargo de c. dat. y ac. de rel. τὰ μὲν ἂν Μοίσαι ... ἐμβαίεν λόγῳ Ibyc.1(a).24, c. rég. prep. ἐμβαίνειν ... εἰς τὴν ... πρᾶξιν embarcarse en la acción Plb.8.24.7, εἰς τὸν πόλεμον Plb.25.4.3.
2 c. mov. sólo hacia el interior entrar, adentrarse, meterse c. compl. de lugar en dat., ac. c. εἰς o ἐν y dat. ποταμῷ ... οὐκ ἔστιν ἐμβῆναι δὶς τῷ αὐτῷ Heraclit.B 91, τοῖς Φωκέων ὅροις Plu.2.274b, εἰς πηλόν Heraclit.B 5, cf. Plb.3.46.7, εἰς τὴν ἔραν ἐμβαίνειν meterse bajo tierra ref. los Trogloditas, Str.1.2.34, ἐς τὸν γαλακτώδη τοῦ ὠκεανοῦ τόπον Luc.VH 2.26, ἐνέβησε δὲ ἐς φροντίδα εἴ κως δύναιτο ... Hdt.1.46, ἔμβηθι αὐτοῦ εἰς τὴν ψυχήν penetra en su alma, PMag.7.561, μήτρη ... ὑὸς ... ἐν τ' ὄξει δριμεῖ ... ἐμβεβαῶσα Archestr.l.c., c. ac. γῆν τήνδ' ἐμβεβῶτες E.Cyc.92, cf. Hec.922, τήνδ' ἐμβαίνουσα κέλευθον E.Supp.989, Θρῃκῶν ... ἐνιβήσεται οὔρους un río, A.R.4.288, ὕδωρ AP 9.56 (Phil.), c. ac. int. en la expr. ἐμβαίνειν πόδα: εἰ ... ἐς ἄντλον ἐμβήσῃ πόδα si te metes en una sentina expr. prov. equiv. a ‘meterse en complicaciones’, E.Heracl.168, abs. τὸ ὕδωρ ... τοῖς ἐμβαίνουσι γίνεται προσηνέστατον I.BI 4.472, Ἑρμογένην ... γόνον ἐθέλω τρίτατον ἐνιβῆναι en una tumba TAM l.c., prov. ἀνίπτοις ποσὶν ... ἔμβαινε entra sin lavarte los pies, e.e., ve directo Luc.Rh.Pr.14
c. compl. ref. al mar hacerse a la mar οἱ πρότερον εἰς τὴν θάλατταν οὐκ ἐμβαίνοντες los que antes no se hacían a la mar Lys.2.59, cf. Call.Fr.195.13, Thphr.Fr.164, Str.11.2.13, Aristid.Or.11.53
en v. med. zambullirse χαλεπὸν ὑπὸ ζεστότητός ἐστιν ἐμβαινέσθαι (ἐπὶ θαλάσσῃ) Paus.10.11.4.
3 fig., c. n. abstr. adentrarse, perseverar, marchar por la senda de c. dat. ἐμβέβακεν ἴχνεσιν πατρός ha seguido los pasos de su padre Pi.P.10.12, μεγαλανορίαις ἐμβαίνομεν Pi.N.11.44, οὐδὲ τὸν αὐτὸν ἀεὶ 'μβεβάναι δόμον εὐτυχίᾳ no siempre la misma casa marcha por la senda de la buena suerte E.Heracl.610, ἐὰν ... μὴ ... ἐμβεβῶσι τῷ ἐπιτηδεύματι Pl.Phdr.252e
c. giro prep. εἰς τόνδ' ἐνέβη<ς> ξὺν ἀληθείᾳ χρησμόν A.A.1567, cf. Pl.R.443c, εἰς τὸν κίνδυνον X.Cyr.2.1.15, Aristid.Or.3.185, ἐς ἣν (τὴν κέλευθον τῆς ἠρεμίης) οὐδεὶς τετόλμηκεν ἐμβαίνειν en la cual (la senda de la tranquilidad) nadie se ha atrevido a adentrarse Hp.Ep.17.8, ἁπάντων εἰς τὸν κλῆρον ἐμβαινόντων D.S.4.42, εἰς τοιοῦτον ... πάθος I.AI 16.90, εἰς τύχας ... ἀπόρους Plu.Caes.32, ἐν αὐτοῖς τοῖς δεινοῖς καὶ φοβεροῖς ἐμβεβηκώς D.18.248.
4 ponerse en medio, interponerse c. suj. animado μή τις ... θεῶν ... ἐμβήῃ no sea que se interponga algún dios en el combate Il.16.94
gener. en perf., c. suj. de cosa estar metido o encajado, estar fijado, ensamblado ἥ (μολυβδαίνη) τε κατ' ... βοὸς κέρας ἐμβεβαυῖα el plomo (usado para pescar) metido en el cuerno de un buey, Il.24.81, ἐμβεβηκέτω ὁ Π τύλος εἰς τὴν ... ἕλικα Hero Aut.10.2, αἳ (κάμακες) τοῖς πυλούχοις ἐμβεβήκεσαν ἐρηρεισμέναι I.AI 3.112, cf. 141
tb. en pres. ἐμβαινούσης κατὰ κεφαλὴν σκυταλίδος ἑκάστης τῇ ἑτέρᾳ I.AI 3.120.
5 imperat. ἔμβα, ἔμβητον en marcha, vayamos, adelante ἔμβητον καὶ σφῶϊ dice Antíloco a sus caballos Il.23.403, ἔμβα ἔμβα κατακλαίουσα E.El.113, cf. Ar.Ra.377, simpl. como refuerzo de un imperat. ἃ ἐποίησεν ἡ σύνοδος, ἔμβα ποίησον CCP (518) Act.32 (p.85.25), ἔμβα ἀναθεμάτισον ib. (p.85.28).
II indicando el lugar ‘hasta’
1 c. gen. llegar hasta, alcanzar κῦμα ... ἐπεί κε νᾶος ἔμβᾳ Alc.6.3, γῆς ... μὴ 'μβαίνῃς ὅρων y para que no alcances las fronteras de esta tierra S.OC 400, αὐτὸς ἄναξ ἔμβαινε ... ληνοῦ AP 9.403 (Maec.).
2 fig. ref. tiempo, c. εἰς y ac. alcanzar, cumplir εἰς ἔτος ἦν ἐμβεβηκὼς ἑπτακαιδέκατον D.H.Amm.1.4.1, οἱ ... παῖδες ... ἐμβαίνοντες εἰς τὰ ιζ (ἔτη) IGLS 607.4, ἐτελεύτησα ἐμβὰς εἰς ἔτη πέντε en un epitafio IG 22.6797 (III d.C.), cf. IUrb.Rom.1062, ἐμβάντος ... εἰς τὸ ἕκτον ἔτος Gp.16.1.16.
III indic. el lugar ‘sobre’
1 poner el pie en o sobre, pisar c. dat. ἵπποι ῥεῖα διέλθοιεν ... νεκροῖς ἐμβαίνοντες Il.10.493, τῷ δ' (ἐλάφῳ) ἐγὼ ἐμβαίνων Od.10.164, τοῖσδέ μ' ἐμβαίνονθ' ἁλουργέσιν mientras voy pisando estas telas purpúreas A.A.946, ἐμβαίνων τεύχεσσι καὶ αἵματι καὶ κταμένοισι Q.S.3.371, abs. ὁπότε ἐμβαίνοι τῷ δεξιῷ cuando (el caballo) está pisando con la pata derecha X.Eq.7.11, οὐκ ἔχειν συγγνώμην ... τῷ ἐμβάντι Thphr.Char.15.6
ref. al calzado poner el pie en, calzarse χρυσέοισι πεδίλοις ἐμβεβαυῖα calzando sandalias de oro Hes.l.c., ἐμβαινόντων εἰς αὐτὸ (διάζωμα) τῶν ποδῶν I.AI 3.152
fig. pisar, pisotear πόσιν [ἔ] μβαις ἐπ' ὀρκίοισι pisoteando los juramentos Alc.129.23, δαίμων ἐνέβη Περσῶν γενεᾷ una divinidad puso el pie sobre el pueblo persa A.Pers.911, μὴ 'μβαινε δυστυχοῦντι no pisotees al infortunado Men.Mon.470, prov. βοῦς ἐμβαίη μέγας dicho de alguien que tiene dificultad para hablar, Stratt.72 (cf. βοῦς A I 5 c).
2 ref. al ritmo y la danza poner el pie en, entrar a, iniciar los pasos de la danza ἐπειδὰν ἐμβῶσιν εἰς τὴν ἁρμονίαν καὶ εἰς τὸν ῥυθμόν, βακχεύουσι Pl.Io 534a, cf. Luc.Salt.10, πρὸς ῥυθμὸν ἐμβαίνουσι καὶ παιᾶνας ᾄδουσιν D.S.5.34, ῥυθμῷ τε πρὸς τὸν αὐλὸν ἐμβαινόντων Plu.Lyc.22
de donde abs. danzar τὸ ᾄδειν καὶ τὸ ἐμβαίνειν ὀρθῶς cantar y danzar adecuadamente Pl.Alc.1.108c.
IV jur. y admin.
1 tomar posesión de, entrar en posesión de algo ejecutando la garantía por el impago de un préstamo hipotecario ὑπὲρ τῶν δανε[ιστ] ῶν τῶν ἐμβεβηκότων εἰς κτήματα IEphesos 4A.75 (III a.C.)
arrendar, tomar posesión de un arriendo o de algo que requiera el pago de una cuota ὁ ἐμβὰς τὰγ γᾶν τῶ Ἠρακλεῖος IThesp.48.5 (III a.C.), de un cargo αἱ ὑποθοιναρμόστρια αἱ ἐμβεβακυῖαι IG l.c.
2 entrar a formar parte, ingresar en una asociación οἵδε ἐνέβησαν [εἰ] ς τὴν σύνοδον τοῦ Ἡρακλέους SEG 36.228.3 (Ática II a.C.), abs. SEG 31.122.39 (Ática II d.C.).
B tr. causat., esp. aor. sigm.
I hacer subir, meter en c. ac. de pers. y del lugar ἐμβῆσαί νιν ... δίφρον E.Heracl.845
ref. a una nave hacer embarcar ἐν δὲ τὰ μῆλα λαβόντες ἐβήσαμεν Od.11.4 (tm.), σὲ καὶ φίλους γέροντά τε ... ἐμβήσας σκάφος E.Cyc.467.
II c. sent. ‘en medio’ salir al paso, hacer frente a τὸν ταῦρον ἐμβὰς τοῖς κέρασιν ἐξώθει un macho cabrío, Babr.91.4.

English (Strong)

from ἐν and the base of βάσις; to walk on, i.e. embark (aboard a vessel), reach (a pool): come (get) into, enter (into), go (up) into, step in, take ship.

English (Thayer)

(see ἐν, III:3); 2nd aorist ἐνεβην, infinitive ἐμβῆναι, participle ἐμβάς; (from Homer down); to go into, step into: R L; εἰς τό πλοῖον, to embark, Matthew 8:23, and often.

Greek Monolingual

(AM ἐμβαίνω)
μπαίνω, προχωρώ μέσα, εισέρχομαι
αρχ.
1. εμποδίζω, παρεμβαίνω
2. προχωρώ γρήγορα
3. επιβιβάζομαι σε πλοίο
4. ανεβαίνω πάνω σε κάτι
5. πατώ πάνω σε κάτι
6. επηρεάζω δυσμενώς («δαίμων ἐνέβη Περσῶν γενεᾷ», Αισχ.)
7. πατώ ακροποδητί
8. ασχολούμαι
9. περιπλέκομαι, ανακατεύομαι χωρίς τη θέληση μου
10. περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου
11. πατώ, βάζω το πόδι μου
12. επιδίδομαι σε κάτι
13. είμαι στερεωμένος, δεμένος
14. εισάγω
15. εμβατεύω
16. εκτελώ ρυθμικούς βηματισμούς, χορεύω.

Greek Monotonic

ἐμβαίνω: μέλ. -βήσομαι, παρακ. -βέβηκα, ομηρ. μτχ. βεβαώς, αόρ. βʹ ἐνέβην, Επικ. γʹ ενικ. ἔμβη, δυϊκ. ἔμβητον (ἐν
I. 1. εισέρχομαι, μπαίνω, μή τις ἐμβήῃ, δεν αφήνω κανέναν να διεισδύσει, τον εμποδίζω (να αναμειχθεί), σε Ομήρ. Ιλ.
2. προχωρώ μπροστά, προχωρώ, τρέχω γρήγορα, ἔμβητον, λέει στα άλογά του ο Αντίλοχος, στο ίδ.· ἔμβα, εμπρός, προχώρα, σε Ευρ.
3. εισέρχομαι σε πλοίο, επιβιβάζομαι, μπαίνω, μπαρκάρω, σε Όμηρ. κ.λπ.· παρακ., έχω ιππεύσει, έχω καβαλικεύει, ἐμβεβαὼς ἵπποισι, σε Ομήρ. Ιλ.· επίσης με αιτ., Ἴλιον ἐμβεβώς, σε Ευρ.
4. πατώ πάνω σε κάτι, με δοτ., σε Ομήρ. Οδ., Αισχύλ.
5. αναλαμβάνω, αρχίζω, επιχειρώ, εἰς κίνδυνον, σε Ξεν.· με αιτ., ἐμβ. κέλευθον, σε Ευρ., Πλάτ.
6. σπανίως με γεν., πατώ πάνω σε κάτι, γῆς ὅρων, σε Σοφ.
7. στους Ποιητές, με αιτ. του μέσου της κίνησης (πρβλ. βαίνω II. 3), ἐμβήσει (βʹ ενικ.) πόδα, σε Ευρ.
II. Μτβ. σε αόρ. αʹ ἐνέβησα, παρεμβαίνω, διακόπτω, σε Ομήρ. Οδ., Ευρ.· ἐμβῆσαί τινα εἰς φροντίδα, βάζω κάποιον σε έγνοιες, τον κάνω να ανησυχεί, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

ἐμβαίνω: (fut. ἐμβήσομαι, aor. 2 ἐνέβην, pf. ἐμβέβηκα, pf. 2 ἐμβέβαα; к 9-11 aor. 2 ἐνέβησα)
1) входить, вступать (γῆς ὅρων Soph.; ἄξενον στέγην Eur.);
2) входить, погружаться (εἰς ποταμόν Plat. и τῷ ποταμῷ Heracl. ap. Arst.);
3) всходить, садиться (νηΐ и ἐν νηΐ Hom.; ἐς νέας Her. и εἰς ναῦς Lys., Plat.; τὸν λέμβον Polyb.; εἰς τὸ πλοῖον - v. l. τὸ πλοῖον Plut.): ἵπποισιν καὶ ἅρμασιν ἐμβεβαώς Hom. стоя на запряженной колеснице: κατά τι ἐμβεβαώς Hom. прикрепленный к чему-л.;
4) садиться на корабль (ποῖ ποτ᾽ ἐ. με χρή; Eur.; ταχέως ἔμβαινε Arph.);
5) идти дальше или вперед, продвигаться (ἔμβητον ὅττι τάχιστα Hom.; ἔμβα, χώρει Arph.);
6) перен. входить, тж. начинать, пускаться (εἴς τι, реже τινί Plat.): εἰς τὴν θάλασσαν ἐ. Lys. отправляться в морское плавание; εἰς τὸν κίνδυνον ἐ. Xen. бросаться в опасность; ἐν αὐτοῖς τοῖς δεινοῖς καὶ φοβεροῖς ἐμβεβηκώς Dem. подвергшись тем же страшным опасностям; εἴς τινα σκέψιν ἱκανὴν ἐμβεβηκέναι Plat. заняться рассмотрением одного важного вопроса; ἐμβῆναι εἰς τὴν ἁρμονίαν καὶ εἰς τὸν ῥυθμόν Plat. пуститься в пляс под музыку;
7) ступать, ходить (ἴχνεσι πατρός Pind.; ἁλουργέσιν Aesch.);
8) наступать ногой, попирать (ἐλάφῳ Hom.; перен. Περσῶν γενεᾷ Aesch.; δυστυχοῦντι Men.);
9) вводить на корабль, грузить (μῆλα Hom. - in tmesi);
10) сажать (τινὰ δίφρον Eur.);
11) ввергать, повергать (τινά ἐς φροντίδα Her.).

Middle Liddell

fut. -βήσομαι perf. -βέβηκα Homeric part. -βεβαώς aor2 ἐνέβην epic 3rd sg. ἔμβη dual ἔμβητον [ἐν]
I. to step in, μή τις ἐμβήῃ let none step in (to interfere), Il.
2. to go on, go quickly, ἔμβητον, says Antilochus to his horses, Il.; ἔμβα advance, Eur.
3. to step into a ship, embark, go on board, Hom., etc.:—perf. to be mounted on, ἐμβεβαὼς ἵπποισι Il.; also c. acc., Ἴλιον ἐμβεβώς Eur.
4. to step upon, c. dat., Od., Aesch.
5. to enter upon, εἰς κίνδυνον Xen.; c. acc., ἐμβ. κέλευθον Eur., Plat.
6. rarely c. gen. to step upon, γῆς ὅρων Soph.
7. in Poets, with acc. of the instrument of motion (cf. βαίνω II. 3), ἐμβήσει (2nd sg.) πόδα Eur.
II. Causal in aor1 ἐνέβησα, to make to step in, put in, Od., Eur.; ἐμβῆσαί τινα εἰς φροντίδα to make him anxious, Hdt.

Chinese

原文音譯:™mba⋯nw 嗯-白挪
詞類次數:動詞(18)
原文字根:在內-步
字義溯源:步入,走進,上,下去,進,登;由(ἐν / ἐμμέσῳ / ἐννόμως)*=在,入)與(βάσις)=腳步)組成;而 (βάσις)出自(βαθύς)X*=行走)參讀 (ἀναβαίνω) (εἴσειμι)同義字
出現次數:總共(17);太(5);可(5);路(3);約(4)
譯字彙編
1) 登(8) 太8:23; 太14:22; 可4:1; 可5:18; 可6:45; 可8:10; 可8:13; 路8:37;
2) 上(4) 太13:2; 路8:22; 約6:24; 約21:3;
3) 他們⋯上(1) 約6:17;
4) 下去的(1) 約5:4;
5) 他就登(1) 太15:39;
6) 他登(1) 太9:1;
7) 他進(1) 路5:3