Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπινοέω

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα → Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐπινοέω Medium diacritics: ἐπινοέω Low diacritics: επινοέω Capitals: ΕΠΙΝΟΕΩ
Transliteration A: epinoéō Transliteration B: epinoeō Transliteration C: epinoeo Beta Code: e)pinoe/w

English (LSJ)

A think on or of, contrive, τι Hdt.1.48, Hp.Art.42,77, Ar. Eq.884, Pl.Lg.677b; φάρμακον τῇ ψύξει Ael.NA9.7, etc.: c. inf., πῶς ἐπενόησας ἁρπάσαι; Ar.Eq.1202, cf. Nu.1039: abs., form plans, opp. δρᾶν, Antipho 3.2.7; opp. ἐπεξελθεῖν, Th.1.70; opp. ἐξεργάσασθαι, Ph.Bel.58.43. 2. have in one's mind, intend, purpose, ὀλίγον οὐδέν Th.2.8, cf. X.An.2.5.4, etc.: c. pres. inf., Hdt.1.27, Ar.Th.338, X. An.6.4.9, etc.: fut., Hdt.3.134: aor., Id.2.152, 5.24,65, E.Rh.195 (lyr., nowhere else in Trag.), Pl.Ti.37c:—Pass., Philostr.Her.10.6. 3. note, observe, Phld.Po.5.11; perceive, Plu.Per.6. 4. conceive, Epicur.Ep.1p.23U.:—Pass., ib.p.6U., S.E.M.8.381. II. invent, contrive, κατασκευήν Gal.UP12.6, etc.:—Med., aor. -ησάμην Luc. Astr.17:—Pass., ὀνόματα ὑπὸ τῶν φιλοσόφων ἐπινοηθέντα Id.Deor. Conc.13, etc.; but aor. Pass. ἐπινοηθῆναι in act. sense in Hdt.3.122, 6.115, Luc.Am.16,31.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 966] überdenken, überlegen, ersinnen; πῶς ἐπενόησας ἁρπάσαι Ar. Equ. 1202; vgl. Nubb. 1039; ἐπινοήσας τὰ ἦν ἀμήχανον ἐξευρεῖν Her. 1, 48; Thuc. vrbdt καὶ ἐπινοῆσαι ὀξεῖς καὶ ἐπιτελέσαι ἔργῳ 1, 70; ὃ νῦν ἐπινοοῦμεν ζητεῖν, was wir jetzt zu untersuchen gedenken, vorhaben, Plat. Soph. 218 c; κακουργήματα Legg. III, 677 b; ἀργύριον τελεῖν Prot. 311 b; wahrnehmen, bemerken, c. partic., ὡς κινηθὲν αὐτὸ ἐπενόησε Tim. 37 c, wie Plut. οὐκ ἐπινοοῦσι τὴν τέχνην ἀθετοῦντες, daß sie die Kunst aufheben, Pericl. 6; οὐδ' ἐπινοοῦμεν τοιοῦτον οὐδέν, wir denken gar nicht einmal an so Etwas, Xen. An. 2, 5, 4; κακῶς τινι, Böses gegen Jemanden im Schilde führen, App. B. C. 3, 61. – Das med. mit dem aor. ἐπενοήθην in derselben Bdtg, Her. 6, 115. 3, 122, wie Luc. amor. 31.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπινοέω: σκέπτομαι περί τινος, σοφίζομαι, μηχανῶμαί τι, ἐπινοῶ, εὑρίσκω τρόπον καὶ κατορθώνω τι, Λατ. excogito, τι Ἡρόδ. 1. 48. Ἱππ. π. Ἄρθρ. 808, 837, Ἀριστοφ. Ἱππ. 884, Πλάτ. κλ.: -μετ’ ἀπαρ., εἴπ’, ἀντιβολῶ, πῶς ἐπενόησας ἁρπάσαι; Ἀριστοφ. Ἱππ. 1202, πρβλ. Νεφ. 1039: - ἀπολ., κάμνω ἐπινοήσεις, σχέδια, σχεδιάζω τι, ἐπινοῶ, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ δρᾶν, Ἀντιφῶν 121. 44· πρὸς τὸ ἐπιτελεῖν, Θουκ. 1, 70. 2) ἔχω κατὰ νοῦν, ἔχω σκοπόν, διανοοῦμαι, προτίθεμαι, τι Θουκ. 2. 8, Ξεν. Ἀν. 2. 5, 4, κτλ.· μετ’ ἀπαρ. ἐνεστ., Ἡροδ. 1. 27, Ἀριστοφ. Θεσμ. 338, Ξεν. κλ.: μέλλ., Ἡροδ. 3. 134: ἀόρ., ὁ αὐτ. 2. 152., 5. 24, 65, Εὐρ. Ρῆσ. 195 (οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ παρὰ Τραγ.) κτλ. 3) κατανοῶ, αἰσθάνομαι, μετὰ μετοχ., οὐκ ἐπινοοῦσιν ἅμα τοῖς θείοις καὶ τὰ τεχνητὰ τῶν συμβόλων ἀθετοῦντες Πλουτ. Περικλ. 6. ΙΙ. ἐπινοῶ, ὡς νῦν, Κλήμ. Ἀλ. 365 κ. ἀλλ. - Παθ., ὀνόματα ὑπὸ τῶν φιλοσόφων ἐπινοηθέντα Λουκ. Θεῶν Ἐκκλησία 13, πρβλ. Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 8, 381, κτλ.: - ἀλλ’ ὁ παθ. ἀόρ. ἐπινοηθῆναι κεῖται ἀκριβῶς ὡς ὁ ἐνεργ. ἐν Ἡροδ. 3. 122., 6. 115 Λουκ. Ἔρωτ. 31.

French (Bailly abrégé)

-οῶ;
f. ἐπινοήσω, ao. ἐπενόησα;
ao. Pass. ἐπενοήθην, qqf au sens Act.
1 penser à, songer à : τι à qch;
2 imaginer, concevoir, avoir l’idée de;
3 comprendre, s’apercevoir, avec un part..
Étymologie: ἐπί, νοέω.

Greek Monotonic

ἐπινοέω: μέλ. -ήσω,
I. 1. σκέπτομαι πάνω σε ή για κάτι, εφευρίσκω, σκαρώνω, σε Ηρόδ., Αττ.· με απαρ., σε Αριστοφ.· απόλ., κάνω σχέδια, σχεδιάζω, επινοώ, σε Θουκ.
2. έχω στο μυαλό μου, έχω κατά νου, σκοπεύω, προτίθεμαι, στον ίδ. κ.λπ.· με απαρ., σε Ηρόδ., Ξεν.
II. Απαρ. παθ. αόρ. αʹ ἐπινοηθῆναι, χρησιμ. ως Ενεργ., σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

ἐπινοέω: реже med.-pass.
1) выдумывать, придумывать (τι и ποιεῖν τι Her.; ὀνόματα ὑπὸ βλακῶν ἀνθρώπων ἐπινοηθέντα Luc.): πρώτιστος ἐπενόησα Arph. я первый изобрел (это); ἐπινοῆσαι ὀξεῖς καὶ ἐπιτελέσαι ἔργῳ ὃ ἂν γνῶσιν Thuc. (афиняне) скоры на выдумки и на исполнение того, что задумали;
2) затевать, задумывать, намереваться (τι Her., Thuc., Plat., Arst., med. Her. и ποιεῖν τι Her., Arph., Plat., Arst., med. Her., Luc.): ὀλίγον ἐπενόουν οὐδὲν ἀμφότεροι Thuc. обе стороны предпринимали немаловажные дела;
3) соображать, учитывать, замечать (οὐκ ἐπινοοῦσιν ἅμα τοῖς θεοῖς καὶ τὴν τέχνην ἀθετοῦντες Plut.);
4) иметь в виду, стремиться добыть (αἱ μέλισσαι ἐπινοοῦσαι τὰ ἀνθηρὰ καὶ εὐώδη τῶν φύλλων Plut.).

Middle Liddell

fut. ήσω
I. to think on or of, contrive, Hdt., attic: —c. inf., Ar.:—absol. to form plans, to plan, invent, Thuc.
2. to have in one's mind, intend, purpose, Thuc., etc.: c. inf., Hdt., Xen.
II. aor1 pass. ἐπινοήθην is used like Act., Hdt.