Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἑτερογνώμων

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἑτερογνώμων Medium diacritics: ἑτερογνώμων Low diacritics: ετερογνώμων Capitals: ΕΤΕΡΟΓΝΩΜΩΝ
Transliteration A: heterognṓmōn Transliteration B: heterognōmōn Transliteration C: eterognomon Beta Code: e(terognw/mwn

English (LSJ)

ον, gen. ονος, A = ἀλλογνώμων, τόποι Vett. Val.79.18; τὰ ἐς θεὸν -γνώμονες Agath.4.2, cf. 3.12.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1048] ον, von anderer Meinung, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἑτερογνώμων: -ον, ἔχων διάφορον γνώμην, ἑτερόγνωμος, Κλήμ. Ρώμ. 1. 11, Συνέσ. 1068Α, Κύριλλ. Ἀλ. 368Α.

Greek Monolingual

ἑτερογνώμων, -ον (ΑΜ)
αυτός που έχει διαφορετική γνώμη
μσν.
(για τη θέληση του Χριστού αναφορικά με την ανθρώπινη και τη θεία υπόστασή του) διαφορετικός, ξεχωριστός στη σκέψη
αρχ.
1. αυτός που έχει ευμετάβλητες σκέψεις, ασταθή νου
2. (για σκέψεις) μεταβλητός, ασταθής
3. αυτός που προκαλεί διαφωνία, διένεξη ή διχόνοια («ἑτερογνώμονα στοιχεῑα»).
επίρρ...
ἑτερογνωμόνως
με διαφορετική γνώμη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο- + γνώμων (πρβλ. αγνώμων, ευγνώμων)].