Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀλιγωρία

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς → Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ὀλῐγωρία Medium diacritics: ὀλιγωρία Low diacritics: ολιγωρία Capitals: ΟΛΙΓΩΡΙΑ
Transliteration A: oligōría Transliteration B: oligōria Transliteration C: oligoria Beta Code: o)ligwri/a

English (LSJ)

Ion. ὀλιγωρίη, ἡ,
A an esteeming lightly, contempt, ὑπό τε ὕβριος καὶ ὀλιγωρίης Hdt. 1.106, cf. 6.137; ἐν ὀλιγωρίᾳ ποιεῖσθαι = ὀλιγωρεῖν, Th.4.5; ἐς ὀλιγωρίαν τραπέσθαι τινός Id.2.52; ὀ. πρός τι D.54.39; περί τινος Plb. 11.9.2, cf. Arist.Rh.1378b10; εἴς τι Id.Pol.1315a18: in plural, Isoc.7.51.
2 neglect of duty, negligence, Decret. ap. D.18.74; διακεχυμέναι πρὸς ὀλιγωρίαν διατριβαί Eun.Hist.p.257 D.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 322] ἡ, dasselbe; καὶ ὕβρις, Her. 6, 137; εἰς ὀλιγωρίαν ἐτράποντο τῶν ἱερῶν καὶ ὁσίων, Thuc. 2, 52; Arist.; Folgde auch περί τινος, Pol. 11, 9, 2; ἐν ὀλιγωρίᾳ ποιεῖσθαι, = ὀλιγωρεῖν, Thuc. 4, 5.

Greek (Liddell-Scott)

ὀλῐγωρία: Ἰων. -ίη, ἡ, τὸ ὀλίγον φροντίζειν περί τινος, περιφρόνησις, παραμέλησις, ὑπό τε ὕβριος καὶ ὀλιγωρίης Ἡρόδ. 1. 106, πρβλ. 6. 137· ἐν ὀλιγωρίᾳ ποιεῖσθαι = ὀλιγωρεῖν, Θουκ. 4. 5· οὕτως, ἐς ὀλιγωρίαν τραπέσθαι τινὸς ὁ αὐτ. 2. 52· ὀλ. πρός τι Δημ. 1269. 3· περί τινος Πολύβ. 11. 9, 2, πρβλ. Ἀριστ. Ρητ. 2. 2, 3, Πολιτ. 5. 2, 6· - ἐν τῷ πληθ., Ἰσοκρ. 150A. 2) παραμέλησις καθήκοντος, ἀμέλεια, Ψήφισμ. παρὰ Δημ. 249. ἐν τέλ.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
indifférence, négligence, mépris.
Étymologie: ὀλίγωρος.

Greek Monolingual

η (Α ὀλιγωρία, ιων. τ. ὀλιγωρίη) ολίγωρος
αμέλεια, αδιαφορία, παραμέληση («τὰ πάντα σφι ὑπό τε ὕβριος καὶ ὀλιγωρίης ἀνάστατα ἦν», Ηρόδ.)
αρχ.
περιφρόνηση, καταφρόνηση («τὴν μὲν γὰρ εἰς τὰ χρήματα ὀλιγωρίαν οἱ φιλοχρήματοι φέρουσι βαρέως», Αριστοτ.).

Greek Monotonic

ὀλῐγωρία: Ιων. -ίη, ἡ,
1. υποτίμηση, καταφρόνηση, περιφρόνηση, παραμέληση, σε Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ.
2. παραμέληση, αμέλεια, στον Δημ.

Russian (Dvoretsky)

ὀλῐγωρία: ион. ὀλῐγωρίη ἡ презрение, пренебрежение (ὀ. καὶ ὕβρις Her.; ὀ. τινός Thuc., περί τινος Polyb. и πρός τι Dem.).

Middle Liddell

ὀλῐγωρία, ἡ, [from ὀλῐγωρέω]
1. an esteeming lightly, slighting, contempt, Hdt., Thuc., etc.
2. negligence, ap. Dem.

English (Woodhouse)

ὀλιγωρία = contempt

⇢ Look up "ὀλιγωρία" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)