Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑπερηφανία

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ὑπερηφᾰνία Medium diacritics: ὑπερηφανία Low diacritics: υπερηφανία Capitals: ΥΠΕΡΗΦΑΝΙΑ
Transliteration A: hyperēphanía Transliteration B: hyperēphania Transliteration C: yperifania Beta Code: u(perhfani/a

English (LSJ)

ἡ, arrogance, Sol. ap. Arist.Ath.5.3, And.4.13, Pl.Smp.219c, Thphr.Char.24, Men.252, Aristeas 262, Phld.Vit.p.16 J., al., Ev.Marc.7.22; ὑ. τοῦ τρόπου X. Cyr.5.2.27; τοῦ βίου D.21.137: also c. gen. objecti, contempt towards or for... Pl.R.391c, D.21.195 ([πάντων ἀνθρώπων] secl. Blass).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1196] ἡ, = ὑπερηφανεία; Plat. Conv. 219 c u. öfter; τοῦ τρόπου, Xen. Cyr. 5, 2, 27; Andoc. 4, 13; Isocr. 4, 89 nach Bekker; Pol. 6, 18, 5 u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ὑπερηφᾰνία: ἡ, ὑπερήφανος τρόπος, ὑπεροψία, ἀλαζονεία, κοινῶς «περηφάνεια», Ἀνδοκ. 30. 37, Πλάτ. Συμπ. 219C, Μένανδρ. ἐν «Κανηφόρῳ» 1· ὑπ. τοῦ τρόπου Ξεν. Κύρ. 5. 2, 27· τοῦ βίου Δημ. 559. 17· - ὡσαύτως μετὰ γεν. τρόπου, καταφρόνησις πρός τινα ἢ διά τι, Πλάτ. Πολ. 391C, Δημ. 577. 16. - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 396.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
fierté, orgueil, dédain.
Étymologie: ὑπερήφανος.

English (Strong)

from ὑπερήφανος; haughtiness: pride.

English (Thayer)

ὑπερηφανίας, ἡ (ὑπερήφανος, which see), pride, haughtiness, arrogance, the characteristic of one who, with a swollen estimate of his own powers or merits, looks down on others and even treats them with insolence and contempt: Xenophon, and Plato down; the Sept. for גַּאֲוָה and גָּאון; often in the O. T. Apocrypha.)

Greek Monolingual

ἡ, Α ὑπερήφανος
1. υπεροπτική συμπεριφορά, έπαρση
2. περιφρόνηση για κάποιον ή για κάτι.

Greek Monotonic

ὑπερηφᾰνία: ἡ, υπεροψία, περιφρόνηση, καταφρόνια, ακαταδεξία, σε Ξεν., Δημ.· με γεν. αντικειμενική, δείχνω περιφρόνηση προς ή για κάποιον, σε Πλάτ., Δημ.

Russian (Dvoretsky)

ὑπερηφᾰνία:
1) высокомерие, заносчивость, презрительность Dem.: ἡ ὑ. τοῦ τρόπου Xen. высокомерный образ действий;
2) пренебрежение, презрение: ὑ. τινος Plat., Dem. презрение к кому(чему)-л.

Middle Liddell

ὑπερηφᾰνία, ἡ,
arrogance, disdain, Xen., Dem.:—c. gen. objecti, contempt towards or for another, Plat., Dem. [from ὑπερήφᾰνος]

Chinese

原文音譯:Øperhfan⋯a 虛胚雷-法你阿
詞類次數:名詞(1)
原文字根:在上-顯出(著) 相當於: (גֵּאָה‎) (גַּאֲוָה‎)
字義溯源:傲慢,驕傲,輕蔑;源自(ὑπερήφανος / ὑπερλίαν)=顯示自己超過別人);由(ὑπέρ / ὑπερεγώ)*=在上,過於)與(φαίνω)=發光,照耀)組成,其中 (φαίνω)出自(φῶς)=光),而 (φῶς)又出自 (φαῦλος)X*=照耀
出現次數:總共(1);可(1)
譯字彙編
1) 驕傲(1) 可7:22

English (Woodhouse)

ὑπερηφανία = boasting, contemptuousness, haughtiness, pride, in bad sense

⇢ Look up "ὑπερηφανία" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)